Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΣΤΗΛΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ


Στήλη με ιππέα και γενειοφόρο άνδρα (5ος-4ος αι. π.Χ.)

Μεταγενέστερο δημιούργημα –και δη των Ρωμαϊκών χρόνων– φαίνεται ότι είναι ο Τύμβος των Αθηναίων Μαραθωνομάχων, σύμφωνα με νέα ανασκαφικά πορίσματα από την έπαυλη του Ηρώδη Αττικού στην Κυνουρία.
Εύρημα–κλειδί για την αποκάλυψη αυτή φαίνεται ότι είναι ενεπίγραφη στήλη η οποία έχει εντοπιστεί στην έπαυλη του Ηρώδη Αττικού από τους αρχαιολόγους Θεόδωρο και Δρα. Γιώργο Σπυρόπουλο. Η στήλη βρέθηκε εντοιχισμένη σε πρόχειρο μεταγενέστερο τοίχο ανάμεσα στις αντηρίδες του Β. τοίχου της μεγάλης βασιλικής της έπαυλης. Η επιγραφή περιέχει κατάλογο ονομάτων ανδρών στοιχηδόν καθώς και επίγραμμα σε δακτυλικό εξάμετρο όπου αναφέρεται η αρετή των αναφερόμενων προσώπων: «… των δ΄ανδρών αρετήν … πεύσεται χρόνος μαρνάμενοι Μήδοις και τους στεφάνους αναθήναι…». Το προευκλείδιο αλφάβητο που χρησιμοποιείται στη στήλη καθώς και η χρήση Ομηρικών λέξεων στο επίγραμμα υποδηλώνει την πρώιμη χρονολογία της στήλης (πριν το 403 π.Χ.) αλλά και την πρόθεση για παρομοίωση των νεκρών ανδρών με μυθικούς ήρωες, ενώ η αναφορά στους Μήδους παραπέμπει ασφαλώς στους Περσικούς Πολέμους.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι νεκροί της μάχης του Μαραθώνα τάφηκαν κοντά στο χώρο της μάχης, σε ιδιαίτερους τάφους όπου είχαν τοποθετηθεί στήλες με τα ονόματά τους κατά φυλές. Τη μαρτυρία επιβεβαιώνει ο Παυσανίας. Αξιοσημείωτο είναι όμως το γεγονός ότι ο Παυσανίας δεν αναφέρει την ύπαρξη τύμβου στο Μαραθώνα, αλλά μόνο τάφων με στήλες. Είναι λοιπόν δυνατόν ο τύμβος να είναι μεταγενέστερος του Παυσανία, και να δημιουργήθηκε με αφορμή μια ανάπλαση του χώρου, άγνωστη μέχρι και σήμερα. Την ύστερη χρονολογία του τύμβου επιβεβαιώνει και η σύνθεσή του: τα ανασκαφικά δεδομένα έχουν δείξει ότι έχει δημιουργηθεί από συσσώρευση χώματος από διαφορετικές θέσεις, ενώ περιείχε όστρακα διαφόρων εποχών, από την Πρωτοελλαδική μέχρι τα μεταγενέστερα χρόνια.
Η εύρεση μιας στήλης πεσόντων από τα Μηδικά στην έπαυλη του Ηρώδη Αττικού φαίνεται να ρίχνει φως στο μυστήριο. Στο αναμενόμενο βιβλίο του «Die Architektur der Villa des Herodes Atticus zu Eva/Loukou» ο ερευνητής Δρ. Γιώργος Σπυρόπουλος επιβεβαιώνει ακράδαντα ότι η στήλη είναι η ίδια εκείνη που είχε τοποθετηθεί στους τάφους, και υποστηρίζει ότι ο Ηρώδης αναμείχθηκε στην κατασκευή του τύμβου όταν αποφάσισε να μεταφέρει τη στήλη, μαζί με τις υπόλοιπες στήλες των τάφων και άλλα κειμήλια, στην έπαυλή του. Η εύρεση ενός πορτραίτου του κοντά στον τύμβο των Μαραθωνομάχων το 1955, επιβεβαιώνει τη σχέση του με το μνημείο και ενισχύει την άποψη ότι η ανάπλαση του χώρου ταφής των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τελικά δικό του έργο.
Είναι γνωστό από τις πηγές ότι η οικογένεια του Ηρώδη καταγόταν από το Δήμο του Μαραθώνα, ενώ ο ίδιος θεωρούσε το Μιλτιάδη, τον ήρωα της μάχης του Μαραθώνα, ως πρόγονό του. Η πεποίθησή του αυτή δικαιολογεί την πρωτοβουλία του να μεταφέρει στην έπαυλή του στην Κυνουρία τη στήλη των Αθηναίων Μαραθωνομάχων, την οποία και έστησε μαζί με άλλα χαρακτηριστικά αττικά και αττικίζοντα αυθεντικά έργα τέχνης της Κλασικής Αρχαιότητας, σε ειδικό χώρο. Σήμερα είναι πλέον γνωστό ότι ο χώρος όπου στεγάζονταν οι στήλες ήταν η μεγάλη βασιλική της έπαυλης, μια υπόστυλη αίθουσα η οποία χρησίμευε ως χώρος υποδοχής αλλά και – όπως φαίνεται – ως οικογενειακό ιερό.
Η εκδήλωση της προγονολατρείας φαίνεται ότι χαρακτήριζε αργότερα και άλλα τμήματα της έπαυλης του Ηρώδη, όπου βρέθηκαν ανάλογα μνημεία. Χαρακτηριστική είναι μια ανάγλυφη παράσταση ιππέα και γενειοφόρου άνδρα, η οποία βρέθηκε σε τάφρο στη Ν. πτέρυγα της έπαυλης και επομένως εντάσσεται σε υστερότερη κατασκευαστική φάση. Η παράσταση, αττικίζον αργειακό έργο του τέλους του 5ου και των αρχών του 4ου αι., διακρίνεται για την ιδιαίτερη στάση και το αντικείμενο στο αριστερό χέρι του γενειοφόρου άνδρα, και φέρει προφανώς υπαινιγμό για τον τιμητικό ή νεκρικό χαρακτήρα του όλου αναγλύφου.
Έτσι, η έπαυλη στην Κυνουρία ήταν τελικά, εκτός από πολυτελής ιδιωτική κατοικία, και ένα μνημείο στο ένδοξο παρελθόν της οικογένειας του Ηρώδη Αττικού αλλά και της Ελλάδας.

Θραύσματα από μνημεία που μοιάζουν προς τη στήλη με τα ονόματα των Μαραθωνομάχων της Ερεχθηίδας φυλής που βρέθηκε στην έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού στην Εύα Κυνουρίας αποτελούν ένδειξη ότι ο γνωστός «μαικήνας» είχε μεταφέρει εκεί και τις στήλες που αντιστοιχούσαν στους υπόλοιπους Αθηναίους νεκρούς της μάχης.




Η πρώτη στήλη των Μαραθωνομάχων από την έπαυλη στην Εύα.

Επίσης σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση του ανασκαφέα και ερευνητή του μνημείου δρα Γιώργου Σπυρόπουλου, η μελέτη θραυσμάτων και πετρωμάτων (λατύπης) από το χώρο έφερε στο φως δύο τμήματα από μνημεία παρόμοια προς τη στήλη με τα ονόματα των Μαραθωνομάχων που είχε αποκαλυφθεί εντοιχισμένη σε μεταγενέστερη αποθήκη (σιρό) του 5ου αι. μ.Χ. στο Β. τοίχο της υπόστυλης αίθουσας της έπαυλης. Το υλικό μέσα στο οποίο εντοπίστηκαν προήλθε από τη λατομία αρχιτεκτονικών τμημάτων της έπαυλης σε μεταγενέστερη από την ακμή της περίοδο, και εντοπίστηκε στον διάδρομο πριν την υπόστυλη αίθουσα καθώς και στο εσωτερικό της.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ανακοινώθηκε ο εντοπισμός στην Εύα της στήλης αυτής, που είναι και η πρώτη γνωστή αυθεντική στήλη από το μνημείο των Μαραθωνομάχων. Πρόκειται για ορθογώνια ενεπίγραφη πλίνθο από πεντελικό μάρμαρο, ύψους 68 εκ. μέσου πλάτους 56 εκ. και μέσου πάχους 28,5 εκ., με επιγραφή σε πρόχειρη μορφή που δεν συνάδει με την ομοιομορφία της ρωμαϊκής περιόδου.

Η επιγραφή αποτελείται από τον τίτλο, όπου αποδίδεται το όνομα της Ερεχθηίδας φυλής, το επίγραμμα και τα ονόματα των πεσόντων. Χαρακτηριστικά το επίγραμμα αναφέρει:
Φέμις ἄρhoς κιχ[αν']αίει εὐφαοῦς||ἔσσχατα γαίες
Τῶνδ' ἀνδρών ἀρετέν πεύσεται hos ἔθανον
[μ]αρνάμενοι Μέδοισι και ἐσστεφάνοσαν Ἀθένα[ς]
[π]αυρότεροι πολλῶν δεχσάμενοι πόλεμον.
Όσο για τα ονόματα των πεσόντων, τα περισσότερα είναι γνωστά από τις μέχρι σήμερα γραπτές πηγές αθηναϊκά ονόματα:
Δρακοντίδες - Ἀφσεφής- Χσένον - Γλαυκράτες - Τιμόχσενος - Θέογνις -Διόδορος - Εὐχσίας - Εὐφρονιάδες - Εὐκτέμον - Καλλίας-Ἀραιθίδες -Ἀντίας - Τόλμις - Θοκυδίδες - Δίος - Ἀμυνόμαχος - Λεπτίνες - Αἰσχραίος -Πέρον - Φαι[δ]ρίας.

Σημαντικό είναι ότι η λειασμένη ενεπίγραφη όψη αλλά και η αριστερή πλευρά της στήλης παρουσιάζουν ελαφρά κλίση και μείωση και επιστέφονται με λέσβιο κυμάτιο, πράγμα που δεν συμβαίνει στη δεξιά πλευρά. Η απουσία αναθύρωσης και των αναμενόμενων μεταλλικών συνδέσμων, καθώς και η απουσία του κυματίου συνηγορούν στην άποψη ότι στη δεξιά - ακόσμητη - πλευρά της εφαπτόταν πράγματι μια δεύτερη, παρόμοια στήλη. Μεταγενέστερες επεμβάσεις στην επάνω, κάτω και δεξιά πλευρά της στήλης συνδέονται με τη χρήση της ως οικοδομικού υλικού κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (επίκρανο παραστάδας).
Θα μπορούσαν λοιπόν τα δύο νέα θραύσματα να αποτελούν τμήματα των υπόλοιπων στηλών, που θα είχαν αναρτηθεί σε άμεση επαφή μεταξύ τους; Μέχρι σήμερα, η ανασκαφή της υπόστυλης αίθουσας της έπαυλης έχει φέρει στο φως πλήθος κύβων που θα μπορούσαν να ταυτιστούν ως στοιχεία του περίφημου μνημείου που χτίστηκε επάνω στους τάφους των Μαραθωνομάχων. Όπως αναφέρει ο δρ Σπυρόπουλος, κατά την περιγραφή του Παυσανία «μια δρομική παράθεση των εννέα ή δέκα στηλών κατά φυλές επί ενός βάθρου […] με συνεχόμενη ονομαστική καταγραφή των πεσόντων και πρώτη τη στήλη της Εύας με τους νεκρούς της Ερεχθηίδος φυλής και το αφορών σε όλους επίγραμμα, είναι λογική εκ πρώτης όψεως», ενώ «την ενιαία εμφάνιση και σύνθεση του μνημείου ίσως αναδείκνυε ένα κοινό γείσο που επέστεφε τα μαρμάρινα μέλη του και αυτό προκύπτει περίπου σαφές από αναθυρώσεις και επεξεργασία στη στήλη της Εύας». Τα νέα λοιπόν ευρήματα αποτελούν μια παραπάνω ένδειξη ότι ο Ηρώδης μετέφερε το μνημείο των Μαραθωνομάχων στο σύνολό του στην Εύα, αναδεικνύοντας την έπαυλή του ως το πιο πολύτιμο κτίσμα του. Η υπό δημοσίευση μελέτη των ευρημάτων αναμένεται να ρίξει περισσότερο φως στο χαρακτήρα και τη σημασία τους.





Λεπτομέρεια από την πρώτη - στην αρχική διάταξη αλλά και στην εύρεση - στήλη των Μαραθωνομάχων.

Έτσι η αποκάλυψη στην έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού στην Εύα Κυνουρίας μιας στήλης με επίγραμμα και ονόματα ανδρών αλλά και σπαραγμάτων από άλλες αντίστοιχου τύπου στήλες άλλαξε τα μέχρι σήμερα δεδομένα για την ιστορία της μάχης του Μαραθώνα, την πρακτική τιμής στους νεκρούς που ακολουθήθηκε αμέσως μετά αλλά και τον τρόπο που χειρίστηκαν οι μεταγενέστεροι, και ειδικά ο Μαραθώνιος στην καταγωγή Ηρώδης, τη φήμη των εξαίρετων νεκρών. Γνωρίζουμε λοιπόν πλέον ότι ο τύμβος του Μαραθώνα δεν ήταν το αυθεντικό μνημείο των Μαραθωνομάχων αλλά αντικατέστησε άλλο, που αποτελούνταν από σειρά στηλών με τα ονόματα των πεσόντων κατά φυλές. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο τύμβος ήταν δημιούργημα του Ηρώδη, ο οποίος, ως πνευματικός πρόγονος των αρχαιολόγων του 19ου αι. και άμεσα επηρεασμένος από τον φίλο του Αδριανό, μετέφερε το παλαιότερο μνημείο στην έπαυλή του. Γνωρίζουμε, τέλος, τη μορφή της κάθε στήλης, με αφορμή την πρώτη – και πληρέστερα σωζόμενη-, η οποία περιλαμβάνει τον τίτλο με το όνομα της Ερεχθηίδος φυλής σε αραιή διάταξη, το επίγραμμα για τους νεκρούς καθώς και 22 ονόματα νεκρών.

Η συνέχεια της έρευνας όμως από τον δρα Σπυρόπουλο φέρνει στο φώς και άλλα στοιχεία, ενδείξεις αυθεντικότητας αλλά και νέες πληροφορίες. Έτσι, η στήλη των Μαραθωνομάχων της Ερεχθηίδος φαίνεται ότι περιλαμβάνει και ένα παραπάνω όνομα νεκρού. Πρόκειται για το «Αντιφόν» το οποίο διακρίνεται μεταξύ των «Δρακοντίδες» και «Αφσεφής». Στο στοιχείο αυτό οδήγησε ο προσδιορισμός του τρόπου σμίλευσης της επιγραφής: η απόσταση μεταξύ των γραμμάτων προσδιορίστηκε σε 36 εκ. έτσι ώστε αυτά να στοιχίζονται ανά δεύτερο στίχο.
Το ότι η στήλη είναι η αυθεντική ( του 5ου αι. π.Χ.) στηρίζεται και από τη διττογραφία του Σ, που αποτελεί τυπικό παλαιογραφικό χαρακτηριστικό της περιόδου. Επίσης, έχει καταστεί δυνατόν να εντοπιστούν παράλληλα του αυθεντικού μνημείου, όπως αυτό έχει σήμερα αποκατασταθεί. Ο Παυσανίας, που είδε το αυθεντικό μνημείο, δε μίλησε για τύμβο ( γης χώμα) αλλά για τάφο όπου είχαν τοποθετηθεί οι στήλες, γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη ενιαίου βάθρου όπου θα εδράζονταν. Τέτοια μορφή έχουν γνωστά σήμερα μνημεία του 5ου αι. π.Χ. όπως το Δημόσιο Σήμα (Πολυάνδρειο) και άλλα, νεότερα όμως, μνημεία των Μηδικών Πολέμων, της Αγοράς και της Κορώνειας ή της Σικελικής εκστρατείας όπου το επίγραμμα ήταν χαραγμένο στην όψη μιας επιμήκους βάσης πάνω στην οποία ήταν στημένες οι μεμονωμένες στήλες των φυλών.

Σε ότι αφορά λοιπόν την αποκατάσταση του μνημείου των Μαραθωνομάχων , σίγουρα μπορούμε να δεχτούμε μια δρομική παράθεση 9 ή 10 στηλών κατά φυλές επάνω σε ενιαίο βάθρο, με συνεχόμενη ονομαστική καταγραφή των πεσόντων. Πρώτη θα παρουσιαζόταν η στήλη με το επίγραμμα και τα ονόματα των νεκρών της Ερεχθηίδος φυλής. Υποθέτουμε ότι η αποθήκη όπου ανήκει ο τοίχος και εντοιχίστηκε η στήλη χτίστηκε στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ. και μετά από πολλές επιδρομές. Από πού όμως μεταφέρθηκε; Σύμφωνα με τον δρα Σπυρόπουλο, η θέση της δεν δικαιολογεί μεταφορά του δόμου από μακριά, οπότε θα πρέπει να είχε εκτεθεί σε άμεση γειτνίαση με το σημείο εύρεσης. Η συνέχεια της έρευνας θα δείξει
Η έρευνα με αντικείμενο το αυθεντικό μνημείο των Μαραθωνομάχων, εξελίξεις της οποίας θα δημοσιευτούν από τον δρα Γ. Σπυρόπουλο στον ειδικό τόμο των πρακτικών του συνεδρίου « Η σημασία της μάχης του Μαραθώνα για τον πολιτισμό»,που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα (7-10 Οκτωβρίου 2010 ) στην Καλαμάτα.




Ζ.Ξ.
Πηγη: αρχαιολογία on line

Όταν έσπαγαν πιάτα στην αρχαία ταβέρνα


Όταν ο Αριστοφάνης βάζει στο στόμα του δούλου Παφλαγόνα την αλαζονική φράση «Μόλις φάω ζεστές παλαμιδοφέτες και πιω από πάνω σκέτο κρασί,θα κάμω λιώμα εγώ τους στρατηγούς της Πύλου» κι όταν ο ρήτορας Υπερείδης σημειώνει πως «οι Αρεοπαγίτες απαγόρευαν σε οποιονδήποτε είχε γευματίσει σε καπηλείο να επισκεφθεί τον Άρειο Πάγο», μιλούν, εκτός των άλλων, για έναν λαϊκό θεσμό της αρχαίας Αθήνας ευρύτατα διαδεδομένο και δημοφιλή. Γιατί αν η αριστοκρατία διασκέδαζε στα συμπόσια τρώγοντας και κυρίως πίνοντας, το αντίστοιχο για τους απλούς ανθρώπους ήταν οι ταβέρνες και τα καπηλειά, στα οποία ήταν ελεύθερη η είσοδος για όλους. Κρασί, φαγητό, ενίοτε και τυχερά παιχνίδια- έτσι εξηγείται και η κακή φήμη τους- ήταν οι παροχές αυτών των χώρων. Και επειδή ο κάπηλος μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και λιανοπωλητής, οι αρχαίες πηγές λένε ότι τα εμπορεύματά του ήταν το κρασί, το ξύδι και οι πυρσοί με τους οποίους οι πελάτες φώτιζαν τον δρόμο για το σπίτι τους τη νύχτα, ώστε να προστατεύονται από τους κλέφτες μανδυών. Μια τέτοια ταβέρνα εντοπίστηκε στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 από τον αμερικανό αρχαιολόγο Τ. Λέσλι Σιρ Τζούνιορ κατά τις ανασκαφές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Την απόδειξη μάλιστα για την ύπαρξη της ταβέρνας, η οποία προφανώς ήταν ένα απλό κτίσμα σε μια σειρά καταστημάτων της Αγοράς, την έδωσε ακριβώς η ύπαρξη μεγάλου αριθμού αγγείων για την πόση οίνου αλλά και κατάλοιπα τροφίμων!

Τι χρειάζεται μια ταβέρνα; Πρωτίστως καλό κρασί. Δευτερευόντως καλό φαγητό. Και τότε η επιτυχία της είναι εξασφαλισμένη. Ό,τι ισχύει δηλαδή σήμερα, το ίδιο ακριβώς ήταν απαραίτητο και τότε: τον 5ο, τον 4ο, τον 3ο αιώνα π.Χ. και... ως τις μέρες μας. Τόσο στην κωμωδία όσο και στους δικανικούς λόγους επιβεβαιώνεται μάλιστα η ύπαρξη του «καπηλείου της γειτονιάς», τόσο πολλά ήταν διασπαρμένα στο άστυ. Στα ανατολικά της Αγοράς αποκάλυψε ο Τ. Λέσλι Σιρ Τζούνιορ την ταβέρνα που επρόκειτο να δώσει με τα ευρήματά της πλήθος πληροφοριών για ό,τι έπιναν και έτρωγαν οι άνθρωποι μεταξύ του 400 και 380 π.Χ. στην Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο επομένως που αυτή η ταβέρνα αναφέρεται σήμερα στις επιστημονικές μελέτες για τη ζωή των ανθρώπων εκείνη την εποχή.

Αρχαία χωματερή
Πηγή όλων των πληροφοριών, ένα πηγάδι. Γεμάτο με εκατοντάδες αντικείμενα, τα οποία αφού είχαν χρησιμοποιηθεί, απορρίφθηκαν από τους χρήστες των καταστημάτων μέσα σε αυτό, γιατί στην εποχή τους είχε ξεραθεί, άρα λειτουργούσε ως χωματερή. «Πολλά από αυτά μπορεί να συνδεθούν με συγκεκριμένες οικιακές και εμπορικές δραστηριότητες και αν συνδυάσουμε τα στοιχεία που προκύπτουν μας προσφέρεται μια μοναδική δυνατότητα να παρατηρήσουμε τον μικρό έμπορο της κλασικής Αθήνας στον φυσικό του χώρο» γράφει ο ανασκαφέας στο αρχαιολογικό δελτίο της Αμερικανικής Σχολής «Ηesperia» (τεύχος 44) του 1975 με τίτλο «Κλασικά καταστήματα κάτω από τη Ρωμαϊκή Στοά».

Το συγκεκριμένο πηγάδι είχε βάθος 17,42 μέτρα και στον πάτο υπήρχε υγρός μαλακός πηλός, σαν αυτόν που βρίσκεται σε όλη την περιοχή. Κάποια στιγμή που τα τοιχώματά του κατέρρευσαν και σταμάτησε η άντληση νερού άρχισαν να ρίχνουν μέσα ό,τι τους ήταν άχρηστο: κεραμεική, ψαροκόκαλα και οστά ζώων.

Ένα μεγάλο μέρος της κεραμεικής είναι προφανώς κατάλοιπα της λειτουργίας μιας κουζίνας που ήταν απαραίτητα για τη μαγειρική της κλασικής εποχής. Είναι η λοπάς ή κατσαρόλα με καπάκι, η εσχάρα όπου έψηναν κρέατα ή τα ψάρια, τα γουδιά για χρήση παρόμοια με τη δική μας, λεκάνες, χωνιά, κανάτες διαφόρων ειδών. Αλλα σκεύη του αθηναϊκού τραπεζιού βρέθηκαν επίσης σε πληθώρα: πιάτα, μικρά μπολ, αλατιέρες και ασκοί. Όλα αυτά υποδεικνύουν μαγειρική σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή ένα μέρος του κτιρίου λειτουργούσε ως πλούσια ταβέρνα.
Δίπλα, ίσως μάλιστα σε συνεργασία με την ταβέρνα, υπήρχε ένα καπηλειό, το οποίο πετούσε στο πηγάδι τους άδειους και σπασμένους αμφορείς του. Και αν κρίνουμε από τους τύπους των αμφορέων ο ιδιοκτήτης είχε ένα καλό κελάρι που ειδικευόταν σε εισαγόμενα κρασιά από τη Μένδη, τη Χίο, την Κόρινθο, τη Σάμο, τη Λέσβο, όπως και τοπικό αττικό οίνο.

Κρασί με βερεσέ
Οι Αθηναίοι αγαπούσαν πολύ το κρασί, απόδειξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων του πηγαδιού αποτελείται από μελαμβαφείς κύλικες και οινοχόες, πράγμα που υποδηλώνει ότι τα αγγεία πετάχτηκαν στο πηγάδι από τη γειτονική ταβέρνα αλλά και τμήματα από 350 μεγάλους χονδροειδείς αμφορείς, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά κρασιού.
Το κρασί στην ταβέρνα το αραίωναν σε ξεχωριστό δοχείο για κάθε πελάτη, που έπινε από ξεχωριστό κύπελλο.«Έχουμε έναν ταβερνιάρη στη γειτονιά μας και όποτε μου έρχεται η διάθεση για κανένα κρασάκι, πάω εκεί κι αυτός ξέρει αμέσως - μόνον αυτός- πώς το θέλω αραιωμένο» όπως λέει ο Βελψίδημος στον Πλούτο. Οι δεσμοί άλλωστε ανάμεσα στους ταβερνιάρηδες και τους τακτικούς πελάτες φαίνονταν και από την πρακτική του βερεσέ, άλλωστε στην Αθήνα ο δανεισμός ήταν διαδεδομένη συνήθεια.

Μια σύγχρονη ψαροταβέρνα
Την εικόνα της γευστικής ποικιλίας μιας σύγχρονης ελληνικής ψαροταβέρνας δείχνει η μεγάλη ποσότητα από ψαροκόκαλα και οστρακοειδή (στρείδια μύδια, αχιβάδες) καθώς και πτερύγια από μεγάλα ψάρια (στην αρχαία Ελλάδα έτρωγαν και μικρά σκυλόψαρα) που βρέθηκαν μέσα στο πηγάδι της ταβέρνας.
Αποδείξεις για άλλες εμπορικές δραστηριότητες δίνουν και τα σκελετικά υπολείμματα από ποικιλία ζώων που βρέθηκαν στο ανώτερο στρώμα του πηγαδιού: οστά από αγελάδες, χοίρους, πρόβατα και κατσίκες που δείχνουν σημάδια σφαγής αλλά και οστά ποδιών από βοοειδή και ημιόνους ή μικρά άλογα.


Πηγή: Το Βήμα, Μ. Θερμού

Paupers and the pyramids: 400 “poor” burials unearthed near Giza


The "Wall of the Crow" is depicted in this 1837
illustration by Richard Vyse.
At a scholarly conference in Atlanta archaeologists announced that the burials of 400 people – dating between 2,700 and 2,000 years ago – have been excavated on the Giza plateau in Egypt.

The discovery was made by researchers with AERA (Ancient Egypt Research Associates), a group led by Mark Lehner that conducts work at Giza.
Research shows that these individuals were malnourished and lacked grave goods. The pyramids at Giza were built about 4,500 years ago, so these people would have been buried long after it was constructed.
The burials were found beside a 200 meter long ancient wall called the “Wall of the Crow.” The wall was first constructed in the time of the pyramids and is located just south of the Sphinx.
Analysis indicates that these 400 individuals were not well off. “These graves are generally poor, with little or no grave goods, and belong to people on the lower end of the socio-economic scale,” writes archaeologist Jessica Kaiser in a paper she presented at the conference. “There is a high incidence of haematological disorders present in the [bone] material, suggesting a sub-standard diet for this population.”
Haematology means blood disorders.
Curiously the men appear to be in worse shape than the women. “Traumatic injuries (fractures and dislocations) are almost exclusively occurring in the males, suggesting a definite difference in lifestyle between the sexes,” writes Kaiser.
An Egypt ruled by foreigners
The Egypt these people lived in was a very different place than the one that existed at the time Giza’s pyramids were built. Between 2,700 and 2,000 years ago the country was under the sway of a large number of foreign rulers.

Starting in the 8th century BC the country was ruled by Nubian kings who had come from the south in modern day Sudan. Then in 671 BC the Assyrians drove them off, took control of the country, and decided to allow a series of native born rulers (also called the Saite Dynasty) to reign starting with Necho I.
These native rulers did not last. In 525 BC Egypt was conquered again, this time by the Persians. Then In 332 BC Alexander the Great came into Egypt inaugurating a line of Greek rulers. Finally in 30 BC the Roman Emperor Octavian took over after the suicide of Cleopatra – turning Egypt into a Roman province.
The Wall of the Crow
“The Wall of the Crow” is the local name for a 200 meter long wall found just south of the Sphinx. AERA’s work suggests that construction of the wall started at the same time that the pyramids were being built 4,500 years ago.
The area beside the wall has been used as a burial ground for millennia, indicating that the structure had religious importance. The AERA team writes on their website that “the Late Period (747-525 BC) residents of nearby towns must have considered the area around the Wall of the Crow as sacred ground.”
Giza is not the only Egyptian pyramid complex to be used as a burial ground long after it was constructed. Archaeological work at Seila, a pyramid slightly older than the ones at Giza, indicates that there are nearly one million mummies buried in its vicinity.
“It seems very reasonable to suppose that the pyramid designated that as a sacred place,” Seila Pyramid excavator Kerry Muhlestein said. “Once that place is a sacred place it typically will remain a sacred place.”
Unreported Heritage News

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Στον ουρανό με τη «Στέλλα»




Ο ηθοποιός που έπαιξε δίπλα στη Μελίνα στο φιλμ του Μιχάλη Κακογιάννη, εμφανίστηκε σε πολλές ιστορικές ταινίες και διατήρησε την ταπεινότητα και την ευγένειά του, έσβησε χθες το απόγευμα στα 86 του .





Ο Γιώργος Φούντας στις ταινίες «Αργά για δάκρυα», «Πυρετός στην άσφαλτο», «Το κάθαρμα», και «Στέλλα» με τη Μελίνα Μερκούρη

«Φύγε, Στέλλα, κρατάω μαχαίρι». Η διασημότερη ατάκα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά του ανήκει. Αν την εκμεταλλεύτηκε; Ποτέ. Το υλικό που ήταν φτιαγμένος μοιάζει σπάνιο και μάλλον δυσεύρετο στις μέρες μας. Ο ακέραιος άντρας που σέβεται τις αρχές του, δεν κρύβει τις αδυναμίες του, ξέρει να μετανιώνει και γεμάτος πάθος φτάνει έως το τέλος για να αντιμετωπίσει τα σωστά και τα λάθη του, με αίσθηση δικαιοσύνης. Βρέθηκε στην κορυφή του σταρ σύστεμ κι όμως παρέμεινε απλός. Φλέρταρε με την προοπτική μιας διεθνούς καριέρας, αλλά ποτέ δεν έδειξε να τον ενδιαφέρει μια πρόταση του Μπίλι Γουάιλντερ ή ένας ρόλος του Τζέιμς Μποντ (κι ας ήταν ο ένας από τους δύο που θα τον κέρδιζε), που θα τον υποχρέωναν να περάσει τον Ατλαντικό.

Πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από 50 ταινίες (πολλές από τις οποίες έγραψαν Ιστορία και κέρδισαν διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ), βραβεύτηκε, βρέθηκε στο επίκεντρο του ελληνικού σινεμά για περίπου 20 χρόνια, αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς, κι όμως διατήρησε την ταπεινότητα, την ακεραιότητα και την ευγένειά του. Αυτός ήταν ο Γιώργος Φούντας. Ενας καλλιτέχνης που επέλεξε να μιλάει μόνο μέσα από τη δουλειά του, που απέφευγε τους εντυπωσιασμούς και τα φώτα της δημοσιότητας. Ενας καλλιτέχνης που έζησε αθόρυβα κι έφυγε το ίδιο σιωπηλά χθες το απόγευμα στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, σε ηλικία 86 ετών. Στο πλευρό του, καθ’ όλη την περιπέτεια της υγείας του, βρισκόταν η πολυαγαπημένη του σύζυγος Χρυσούλα Ζώκα και ο γιος του Πάνος.
Γεννημένος το 1924, ο Γιώργος Φούντας ήταν παιδί επταμελούς οικογένειας που ήρθε από το χωριό για να ζήσει στη Ριζούπολη. Τελειώνοντας το Δημοτικό εργάζεται στο γαλατάδικο του πατέρα του, αλωνίζοντας με ένα ποδήλατο την Αθήνα. Φοιτά στο νυχτερινό σχολείο, παίζει μποξ και ποδόσφαιρο στην ΑΕΚ. Η ηθοποιία δεν του είχε περάσει από το μυαλό, αν και η κινούμενη εικόνα τον γοητεύει. Γι’ αυτό και παίρνει μέρος στην οντισιόν (1943) για μικρούς ρόλους και φιγούρες κομπάρσων στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Χειροκροτήματα», όπου κερδίζει έναν μικρό ρόλο. Αυτό είναι και το βάπτισμα του πυρός στη μεγάλη οθόνη. Ομως η υποκριτική ήρθε ως αποτέλεσμα του... «θυμού» που είχε ανάγκη να εκτονώσει όταν δύο φίλοι του, σε αντίπαλα στρατόπεδα, σκοτώνονται στον Εμφύλιο.
Φαντάρος πραγματοποιεί την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στο «Νυφιάτικο τραγούδι» του Νότη Περγιάλη, χάρη στον αγαπημένο του δάσκαλο Αιμίλιο Βεάκη. Ακολουθεί το «Μίστερ Ρόμπερτς» με τον Κώστα Μουσούρη - σκαστός πάλι από το «Χασάνι», το τότε αεροδρόμιο όπου υπηρετούσε. Αρχές του 1951 συναντά τον Φίνο και παίζει στη «Νεκρή πολιτεία» του Φρίξου Ηλιάδη και την ίδια χρονιά στο «Πικρό ψωμί» του Γρηγόρη Γρηγορίου. Με τη «Μαύρη γη» (1952) του Στέλιου Τατασόπουλου δείχνει τον προσανατολισμό του, ότι τον αφορά ένα σινεμά με κοινωνικό προβληματισμό και λαϊκό προσανατολισμό, αλλά όχι για την εύπεπτη ψυχαγωγία. Το 1954 πρωταγωνιστεί σε πέντε ταινίες, με πιο ξεχωριστή τη «Μαγική πόλη» του Νίκου Κούνδουρου και της Μαργαρίτας Λυμπεράκη.
Η «Στέλλα» αποτελεί σταθμό στην καριέρα του. Με τον Μιχάλη Κακογιάννη συνεργάζεται ξανά στο «Κορίτσι με τα μαύρα». Τη διετία 1957-58 πρωταγωνιστεί σε ακόμα τέσσερις ταινίες, μεταξύ των οποίων η «Λίμνη των πόθων» με την Τζένη Καρέζη.
Πρωταγωνιστής αξιόλογων ταινιών που μιλούν για κοινωνικά ζητήματα, με τολμηρή ενίοτε γλώσσα, ο Γιώργος Φούντας στα πρώτα χρόνια του ‘60 έχει μεταβληθεί σε λαϊκό ίνδαλμα. Αν και οι προτάσεις έρχονται η μία πίσω από την άλλη, εκείνος δύσκολα λέει «ναι», ενώ κάθε του εμφάνιση προκαλεί αίσθηση στις αίθουσες και στο νεόκοπο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ξεχωριστή χρονιά ήταν το 1963, όταν τα «Κόκκινα φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη και του Αλέκου Γαλανού φτάνουν ένα βήμα πριν από το Οσκαρ Ξένης Ταινίας (το χάνουν από το «8 ½» του Φελίνι). Το 1966, χρονιά ιστορική για τον θεσμό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πρωταγωνιστώντας στις ταινίες «Με τη λάμψη στα μάτια» και «Ο Ψαρόγιαννος», βάζει σε δίλημμα την Κριτική Επιτροπή για το Βραβείο Ερμηνείας. Τελικά βραβεύεται και για τις δύο - για την πρώτη από την Επιτροπή και για τη δεύτερη από την Ενωση Κριτικών. Τον επόμενο Σεπτέμβρη η κρίση της Επιτροπής είναι πιο εύκολη. Ο Φούντας παίρνει για δεύτερη φορά το Βραβείο Ερμηνείας, στην ταινία «Πυρετός στην άσφαλτο».
Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη, στις 11 π.μ., στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Η λεβεντιά του Μίλτου
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί άλλη Στέλλα εκτός από τη Μελίνα Μερκούρη. Ούτε, όμως, άλλον Μίλτο στο πλευρό της Στέλλας, εκτός από τον Γιώργο Φούντα. Το «θηρίο» που της ταίριαζε στην κορμοστασιά και τη λεβεντιά, που απέδωσε τη σκηνή με το μαχαίρι στην ομώνυμη ταινία άριστα. Με την αμεσότητα και τη δύναμη της ερμηνείας του ο Γιώργος Φούντας εκτοξεύτηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα. Η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα» (1955) γίνεται σημείο αναφοράς, ορόσημο και σήμα κατατεθέν. Ο Γιώργος Φούντας ξανασυναντά τη Μελίνα Μερκούρη στο «Ποτέ την Κυριακή». Τον Μάη του ‘60 στις Κάνες η Μελίνα παίρνει το Βραβείο Ερμηνείας, που πέντε χρόνια νωρίτερα δεν κατόρθωσε να πιάσει στα χέρια της, και μαζί με τον Φούντα, τον Χατζιδάκι, τον Ζαμπέτα και άλλους στήνουν αυτοσχέδιο λαϊκό πάλκο και ένα γλέντι που όμοιό του το φεστιβάλ δεν έχει ξαναζήσει.
 Το κοινό τον λάτρεψε
Από την πρώτη φορά που βγήκε στο πανί το κοινό τον λάτρεψε. Εκείνος όμως δεν δίστασε να τσαλακώσει την εικόνα του κι από καλό παιδί στη «Μαγική πόλη» να γίνει απόβρασμα, προδότης και νταβατζής. Το κοινό μίσησε τον Μάνο στο «Κάθαρμα» και περιφρόνησε τον Μιχαήλο στα «Κόκκινα φανάρια».



Αντιγόνη Καράλη
ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

The Mafia in the United States





The American Mafia, an Italian-American organized-crime network with operations in cities across the United States, particularly New York and Chicago, rose to power through its success in the illicit liquor trade during the 1920s Prohibition era. After Prohibition, the Mafia moved into other criminal ventures, from drug trafficking to illegal gambling, while also infiltrating labor unions and legitimate businesses such as construction and New York’s garment industry. The Mafia’s violent crimes, secret rituals and notorious characters such as Al Capone and John Gotti have fascinated the public and become a part of popular culture. During the latter part of the 20th century, the government used anti-racketeering laws to convict high-ranking mobsters and weaken the Mafia. However, it remains in business today.
Immigration and Prohibition
During the late 19th century and early 20th century, waves of Italians, mostly farmers, craftsmen and unskilled laborers, flocked to America in search of better economic opportunities. In New York City alone, the number of Italians soared from 20,000 to 250,000 between 1880 and 1890, and by 1910, that number had jumped to 500,000 immigrants and first-generation Italian Americans, or one-tenth of the city’s population, according to historian Thomas Repetto. The majority of these immigrants were law-abiding, but, as with most large groups of people, some were criminals who formed neighborhood gangs, often preying on those in their own communities.
During the 1920s Prohibition era, when the 18th Amendment to the U.S. Constitution banned the sale, manufacture and transportation of alcoholic beverages, Italian-American gangs (along with other ethnic gangs) entered the booming bootleg liquor business and transformed themselves into sophisticated criminal enterprises, skilled at smuggling, money laundering and bribing police and other public officials. During this time, the Sicilian Mafia in Italy, which had flourished since at least the mid-19th century, was under attack from the Fascist regime of Benito Mussolini (1883-1945). Some Sicilian Mafiosi escaped to the United States, where they got involved in bootlegging and became part of the burgeoning American Mafia. The Mafia in the U.S. and Sicily were separate entities, although the Americans adopted some Italian traditions, including omerta, an all-important code of conduct and secrecy that forbid any cooperation with government authorities.
The American Mafia Gets Organized
In the late 1920s, a bloody power struggle known as the Castellammarese War broke out between New York City’s two biggest Italian-American criminal gangs. In 1931, after the faction led by Sicilian-born crime boss Salvatore Maranzano (1886-1931) came out on top, he crowned himself the “capo di tutti capi,” or boss of all bosses, in New York. Unhappy with Maranzano’s power grab, a rising mobster named Lucky Luciano (1897-1962) had him murdered that same year. Luciano then masterminded the formation of a central organization called the Commission to serve as a sort of national board of directors for the American Mafia, which by then consisted of at least 20 crime families across the country. New York, which had become America’s organized-crime capital, had been divided into five main Mafia families; everywhere else the Mafia operated, there was just one crime family per city. The Commission’s role was to set policies and mediate disagreements among the families. Each of the five New York families received a vote on the Commission when it was established, while the heads of the families in Chicago and Buffalo also got one vote each.
The U.S. Mafia: Hierarchy and Rituals
Typically, each American Mafia crime family was organized around a hierarchy headed by a boss, who ruled with unquestioned authority and received a cut of every money-making operation taken on by any member of his family. Second-in-command was the underboss and below him were the capos, or captains, who each controlled a crew of 10 or so soldiers (men who had been “made,” or inducted into the family). Each family also had a consigliere, who acted as an advisor and ombudsman. At the bottom of the chain were associates, people who worked for or did business with the family but weren’t full-fledged members.
Becoming an official member of a Mafia family traditionally involved an initiation ceremony in which a person performed such rituals as pricking his finger to draw blood and holding a burning picture of a patron saint while taking an oath of loyalty. Italian heritage was a prerequisite for every inductee (although some crime families required such lineage only from the father’s side) and men often, though not always, had to commit a murder before they could be made. Becoming a member of the Mafia was meant to be a lifetime commitment and each Mafiosi swore to obey omerta, the all-important code of loyalty and silence. Mafiosi were also expected to follow other rules, including never assaulting one another and never cheating with another member’s girlfriend or wife.
The Mafia?s 20th Century Dominance
With the repeal of Prohibition in 1933, the Mafia moved beyond bootlegging and into a range of underworld activities, from illegal gambling to loan-sharking to prostitution rings. The Mafia also sunk its tentacles into labor unions and legitimate businesses, including construction, garbage collection, trucking, restaurants and nightclubs and the New York garment industry, and raked in enormous profits through kickbacks and protection shakedowns. Instrumental to the Mafia’s success was its ability to bribe corrupt public officials and business leaders, along with witnesses and juries in court cases. By the mid-20th century, there were 24 known crime families in America, comprised of an estimated 5,000 full-fledged members and thousands of associates across the country. Prior to the 1960s, some government leaders, including FBI Director J. Edgar Hoover, voiced skepticism about the existence of a national Italian-American organized-crime network and suggested instead that crime gangs operated strictly on a local level. As a result, law-enforcement agencies made few inroads in stopping the Mafia’s rise during this period.
Taking Down the Mafia
In 1970, Congress passed the Racketeer Influenced and Corrupt Organizations (RICO) Act, which proved to be a powerful tool in the government’s war on the Mafia, as it allowed prosecutors to go after crime families and their sources of revenue, both legal and illegal. During the 1980s and 1990s, RICO laws were used to convict numerous high-level mobsters. Some Mafiosi, faced with long prison sentences, broke the once-sacred code of omerta and testified against their fellow mobsters in exchange for a place in the federal witness-protection program. At the same time, Mafia membership declined as insular Italian-American neighborhoods, once a traditional recruiting ground for mobsters, underwent demographic shifts and became more assimilated into society at large.
By the start of the 21st century, the American Mafia was a shadow of its former self. However, the Mafia remained active in some of its traditional ventures, including loan-sharking and illegal gambling, and its involvement in labor unions and legitimate industries such as construction hadn’t been completely eliminated. Contributing to the Mafia’s continued survival may be the fact that following the September 11, 2001, terrorist attacks on America, significant resources devoted to investigating organized crime (which had already seen cuts prior to 9/11) were shifted to counter-terrorism work
Prohibition


The Prohibition era usually refers to the period from January 1920 until April 1933 when the National Prohibition Enforcement Act forbade the manufacture and sale of beverages with an alcoholic content greater than 0.5 percent. What began as a movement for temperance, or reduced alcohol consumption, became full-blown prohibition in which all alcohol was banned. Women were heavily involved in the temperance movement, and many female activists who had been involved with the anti-slavery and temperance movements, later went on to become leaders of the women's rights movement. Supporters of this law (commonly called the Volstead Act) believed that it would quickly bring an end to the social problems associated with alcoholic intoxication. While alcohol consumption did decline during the Prohibition era, the period also saw a rise in bootlegging and disregard for the law. In 1933, the 21st Amendment repealed the 18th, ending prohibition.
Al Capone



Born in 1899 in Brooklyn, New York, to poor immigrant parents, Al Capone went on to become the most infamous gangster in American history. In 1920 during the height of Prohibition, Capone's multi-million dollar Chicago operation in bootlegging, prostitution and gambling dominated the organized crime scene. Capone was responsible for many brutal acts of violence, mainly against other gangsters. The most famous of these was the St. Valentine's Day Massacre in 1929, in which he ordered the assassination of seven rivals. Capone was never indicted for his racketeering but was finally brought to justice for income-tax evasion in 1931. After serving six-and-a-half years, Capone was released. He died in 1947 in Miami. Capone's life captured the public imagination, and his gangster persona has been immortalized in the many movies and books inspired by his exploits.


HISTORY CHANNEL

Hay Festival: Winter and books are the perfect mix


Writer Antony Woodward is looking forward to snuggling up to Hay's Winter Weekend, a wonderful pre-Christmas event in the beautiful Brecon Beacons
Hay-on-Wye, home to the Hay Festival Winter Weekend, is on the edge of the beautiful Brecon Beacons National Park Photo: Getty
By Antony Woodward

Few things go together like winter and books. Pretending you’re ever going to read anything poolside or on a beach fools nobody but yourself. The sun’s in your eyes, your arms ache, you’re the wrong temperature; besides, sun loungers are inherently uncomfortable. No, winter’s the time for reading.
You ‘curl up’ or ‘settle down’ with a good book - it’s the language of hibernation, not of summer. You can heighten the effect by choosing your book well: Wuthering Heights is good. Apsley Cherrard’s The Worst Journey in the World is better.
Those who ‘get’ winter love it far more than summer; that sublime combination of outdoors and in. It was a craving for winter wildness that brought me to the Black Mountains. Fed up with the airless Tupperware skies of urban life, I required gales and storms, snow and, ideally, permafrost.

We moved to a cottage so high up it was routinely lost in cloud. Driven by increasingly offbeat imperatives - lugging an old railway carriage up the mountain, chopping wood, building box beds under the eaves - we adapted to winter nights in which the wind moaned like an organ, increasing to an animal shriek the time it sucked a window out.
We were snowed in for five weeks last winter, though we also often awoke above in an Alpine landscape above the clouds, or to find wild ponies drinking at the spring in the yard.
As I started to write about creating a garden and living at 1300 feet, however, I discovered I was by no means the only person to be driven by such compulsions. Many, writers especially, it seemed, craved precisely the wild weather I was after.
It was Thomas de Quincey who articulated it best. His hymn to the joys of winter in Confessions of an English Opium-Eater, prescribing precise details of the ideal ‘scholar’s library, in a cottage among the mountains, on a stormy winter evening, rain driving vindictively and with malice aforethought against the windows, and darkness such that you cannot see your own hand when held up against the sky’ read like a personal creed.
That was when the penny finally dropped: it wasn’t wild weather I was after. It was the cosiness it brought with it.
Hay-on-Wye, home of the Hay Festival, is a town made for winter. It nestles and huddles: higgledy-piggledy houses on narrow, crooked streets around its looming castle, dwarfed by the Black Mountains far above, like some mittel-European Hammer set for Transylvania.
Everywhere are cosy nooks and rooms with beams; coffee shops and pubs with smoke-blackened interiors. Even the name evokes pleasing Nativity associations: contented animals snatching fodder; accompanied by that calming rhythmic munching of ruminants’ jaws. And through every window are real mountains with real heather.
Hay does that combo of wildness and civilised cosiness better than anywhere else in Britain. One moment you can on Offa’s Dyke, striding out like those noble inventors of walking, Wordsworth or Coleridge, with glowing cheeks and 70-mile views. Fifteen minutes later you can be gorging yourself with bookish thoughts and Butty Bach. This year’s line-up includes Michael Holroyd, Julian Mitchell, George Clarke, Sam Llewellyn and the Art Themen jazz Quartet.
You can even do it all: join Robert Penn cycling Gospel Pass before listening to his account of his search for the perfect bike. As the barometer falls and the nights draw in (splendid phrase), do like the animals do: snuggle up in Hay.
Hay Winter Weekend 3-5 December: Antony Woodward talks about his book The Garden in the Clouds at 10 am on Saturday 4 at the Hay Community Centre.

Books of the Year for Christmas


Franzen’s Freedom and Larkin’s Letters, Tony Blair’s inner ‘animal’ and 100 objects that told the history of the world – in this special issue we survey the literary highlights of 2010. But first, leading names select their personal favourites… and the presents they’ll be giving this Christmas.
Hilary Mantel
Annabel Lyon won prizes in her native Canada for her note-perfect historical novel The Golden Mean (Atlantic, £14.99), but here it has not had the attention it deserves. It tells the story of Aristotle and the young Alexander; her interpretation of their relationship and their world is luminous and deeply intelligent. Richard Cohen’s Chasing the Sun: the Epic Story of the Star that Gives Us Life (Simon & Schuster, £30) is a warming book for short winter days, blending myth with history and science, and guaranteed to please and fascinate almost any reader.
Orlando Figes
David Nicholls’s One Day (Hodder, £7.99) is hugely enjoyable, and Tom Rachman’s The Imperfectionists (Quercus, £16.99), though really a collection of short stories, is memorably good for a debut. But my book of the year is Sarah Bakewell’s How To Live: a Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer (Chatto, £16.99), a jewel of a book and a perfect introduction to the great Renaissance writer, whose “essais” are a constant inspiration, source of entertainment and practical philosophy for life.
Antonia Fraser
The non-fiction book I enjoyed most this year was Philip Ziegler’s masterly biography of Edward Heath (HarperPress, £25). It may come as a surprise to find that a Life of this prime minister is exciting. Heath’s chronological position, between the colourful figures of Wilson and Thatcher, has diverted us from what an extraordinary political life he had. As for fiction, no year that includes two thrillers by Lee Child – 61 Hours (Bantam, £7.99) is better than Worth Dying For (Bantam, £18.99) – can be anything but blessed. Jack Reacher is another loner like Heath, but he has a more dramatic love life.
Colm Tóibín
Ghost Light (Harvill Secker, £16.99) by Joseph O’Connor tells the story of the love affair between the playwright John Millington Synge and the actress Molly Allgood. It displays an astonishing command of voice, using tones that are both tender and powerfully emotional, with brilliant command of the period. The Collected Stories of Lydia Davis (Hamish Hamilton, £20) display one of the great contemporary American stylists, someone in possesssion of a glittering mind and a way of dealing with experience which is original and sharp. I also enjoyed Edmund de Waal’s The Hare with Amber Eyes (Chatto, £16.99) for the quality of the writing and the evocation of a Europe that was destroyed. Philip Larkin’s Letters to Monica (Faber, £22.50) are a hoot and make clear that Larkin was not only a good poet but a great big sour softie.
Esther Freud
I was entranced and moved by Maggie O’Farrell’s The Hand That First Held Mine (Headline, £10.99), a novel that proves yet again what a brilliant storyteller she is. Louise Doughty’s Whatever You Love (Faber, £12.99), about a woman reeling from the death of her daughter, is a masterful, structurally perfect thriller. Helen Simpson’s elegant short stories In-Flight Entertainment (Cape, £14.99) cleverly bring home their serious message, and Polly Samson’s Perfect Lives (Virago, £15.99) is a life-enhancing treat of a book, stories too, but strung together cleverly into a novel. I also loved Tim Parks’s searingly honest memoir, Teach Us to Sit Still (Harvill Secker, £12.99) about his prostate problems, which unlikely as it sounds, was funny and inspiring.
Simon Schama
The Israeli writer David Grossman’s novel To the End of the Land (Cape, £18.99) has some first-rate writing about the craziness of modern war; but it is also a book about the Jewish family that manages to embody Palestinian suffering while not being sentimental about Israeli Arabs. The opening can be a bit difficult to read, but I would urge everyone to stick with it. It is unsettling, moving and profound and it’s been splendidly translated from the Hebrew. I also rather loved Stephen J Pyne’s history of the Voyager space journey, Voyager (Viking).
Jeffrey Archer
My book of the year is, without question, Sir Tommy MacPherson’s autobiography, Behind Enemy Lines (Mainstream, £17.99). Sir Tommy, who I’ve known for more than 40 years, is often described as the bravest man of the Second World War – he’s certainly the most decorated, having won three MCs, three Croix de Guerre, and the Légion d’Honneur, not to mention being awarded a CBE and a Papal Knighthood – all in the space of four years. The book reads like a combination of a Biggles adventure and Dick Barton. I have also spent many happy hours browsing Caravaggio: the Complete Paintings (Taschen, £99.99) by Sebastian Schutze, and several productive hours reading Strictly English (Random House, £12.99) by Simon Heffer.
Claire Messud
This year, I’ve been a judge for Canada’s Giller Prize and can recommend a significant number of works of Canadian fiction; but the Giller lists, long and short, already do that. In addition, I’ve been enthralled and inspired by Christopher Hitchens’s autobiography Hitch-22 (Atlantic, £20). I’ve been deeply moved by Tony Judt’s reminiscence-in-essays, The Memory Chalet (Heinemann, £16.99). Many of these pieces appeared in The New York Review of Books before his death this summer. And I’ve delighted in The Collected Stories of Deborah Eisenberg (Picador) by one of America’s finest practitioners of the form. My only complaint about this book is that there aren’t more stories to collect.
Andrew Motion
For Booker reasons, I’ve spent most of this year reading fiction – and the shortlist contains my six best novels of the year, with Howard Jacobson’s The Finkler Question (Bloomsbury, £18.99) a very impressive and enjoyable winner. Apart from that: Seamus Heaney’s wonderfully contained and understated Human Chain (Faber, £12.99) and Jo Shapcott’s similarly modest (and similarly potent) Of Mutability (Faber, £12.99) stand out among poetry collections.
Sebastian Faulks
I enjoyed Michael Lewis’s The Big Short (Allen Lane, £25) on the sub-prime mortgage crisis in America. It’s slightly technical, but he’s such a funny writer and so good and clear at explaining how finance works.
Nicholas Shakespeare
The author of Suite Française led a short, bright, tragic existence, well-told in The Life of Irène Némirovsky (Chatto, £25) by Olivier Philipponnat and Patrick Lienhardt. A re-reading of Allan Massie’s masterful drama about Vichy France, A Question of Loyalties (Canongate, £8.99), confirms it to be one of the best novels by a contemporary British writer, a virtuoso example of what fiction can do that history can’t. I also enjoyed Barbara Trapido’s Sex and Stravinsky (Bloomsbury, £11.99), a multicultural family saga that embraces France, South Africa, Australia and North Oxford.
Peter Mandelson
High Financier: the Lives and Time of Siegmund Warburg by Niall Ferguson (Allen Lane, £30). Politicians often struggle to do detail. It’s easier to deal in vision and the long-term view. The world of finance is the reverse. But in the case of the iconic German/British banker Siegmund Warburg, the two came together. Ferguson’s account of Warburg’s life not only reveals a prophet of European unification and, later, globalisation, but a banker from a more responsible (and civilised) era. Having learnt from the excesses and chaos of the Thirties, Warburg created a model which set the standard which others followed and which we now have to rediscover.
Jilly Cooper
One of the loveliest sounds of the year was the tumultous cheer that rang out when the15-times champion jump jockey, AP McCoy, at last won the Grand National. In McCoy (Racing Post, £20) that peerless racing correspondent, Brough Scott, pays tribute to AP’s incredible career.The other lovely sound this year was the laughter, at the British Book Awards, that greeted Paul O’Grady’s spiel when he presented the Popular Fiction Award. Paul is that precious thing: as funny on the page as on the stage. The second volume of his autobiography, The Devil Rides Out (Bantam, £20), is even funnier and more touching than the million-selling first volume. It follows Paul’s riotous life from dizzy teenager to even dizzier drag queen. I defy anyone not to enjoy this book.
Amanda Foreman
I loved Voices from the Grave (Faber, £14.99), Ed Moloney’s interviews with the IRA mastermind Brendan “The Dark” Hughes, and the UVF bomber David Ervine. Because both men were dying when they recorded their testimonies, Moloney's account does more to reveal the sordid truth of the paramilitaries in Northern Ireland than any other book in print. But most important, Hughes makes a persuasive claim about Jean McConville – the Belfast mother of 10 – who was kidnapped and murdered on the orders of the IRA. Voices from the Grave opens up the possibility of justice for one of the greatest crimes ever committed by any side during the Troubles.
Alexander McCall Smith
I was one of those many readers who enjoyed every minute of Ben Macintyre’s Agent Zigzag. This year, in Operation Mincemeat (Bloomsbury, £7.99), Macintyre has again given us a wonderfully readable version of one of the great stories of the Second World War. In order to mislead the Germans as to the Allies’ real target in the Mediterranean, a body was dumped off the Spanish coast – conveniently carrying sensitive military letters. The Germans swallowed it hook, line and sinker. The whole story is told here in fascinating detail. I also enjoyed Listen To This (Fourth Estate, £25) by The New Yorker’s music critic, Alex Ross. This is a series of essays on diverse aspects of music by one who explains complex ideas in an admirably intelligible, helpful way.
Allison Pearson
I stayed up all night to finish What to Look for in Winter (Cape, £18.99), Candia McWilliam’s extraordinary account of how a beautiful, feted novelist became a “fat ghost”, an alcoholic slaking her addiction with cleaning fluid. Just when it seemed Fate had done its worst, McWilliam lost her eyesight. There is a horrible amount of misery lit out there; most of it misery without the redeeming power of lit. This book is the opposite. The blind author does not wallow in her suffering; rather she uses her formidable word armoury to vanquish the dark. Anyone suffering Downton Abbey withdrawal symptoms (who isn't?) will find an instant tonic in Daisy Goodwin’s My Last Duchess (Headline, £12.99). The story of Cora Cash, an American heiress in the 1890s who bags an English duke, this is a deliciously evocative first novel that lingers in the mind. Henry James with belles on.
Charles Saumarez Smith
I hugely admired Alexandra Harris’s Romantic Moderns (Thames & Hudson, £19.95). It’s a beautifully written analysis of the highways and byways of English culture in the Thirties – its attitudes to cooking and the weather, the establishment of the Georgian Group and Victoriana. It could be fey, but isn’t.
Antony Beevor
Timothy Snyder’s Bloodlands (Bodley Head, £25) is the most important work of history for years. Snyder shows what really took place between 1930 and 1945 in the Baltic states, Belarus, Poland and Ukraine. From the Stalinist famines to the death marches of 1945 and the mass ethnic cleansing, these borderlands were the focus of both Stalin’s and Hitler’s ideological obsessions. Amanda Foreman’s A World on Fire (Allen Lane, £30) is a marvellous epic account of the American Civil War – with an emphasis on British involvement.
Lydia Davis
My books of the year have to include, at the top, Jonathan Safran Foer’s Eating Animals (Hamish Hamilton, £20), in which Foer conveys, following meticulous research, the plight of the animals so many of us choose to enjoy for our meals. Equally compelling, in other categories, were Paula Fox’s Second World War memoir, The Coldest Winter (Picador); and Lorenza Foschini’s Proust’s Overcoat (Portobello, £9.99, tr by Eric Karpeles), which tracks the things – and family members – left behind by Proust.
Nick Laird
The scariest book of the year was John Lanchester’s brilliant guide to the financial crash, Whoops! Why Everyone Owes Everyone and No One Can Pay (Penguin, £9.99). And I can think of two fluent, funny novels I read recently – Nicholson Baker’s The Anthologist (Pocket, £7.99) and Philip Roth’s Zuckerman Unbound (Vintage, £7.99).
Rupert Christiansen
Martin Gayford’s Man with a Blue Scarf: On Sitting for a Portrait by Lucian Freud (Thames & Hudson, £18.95) is a little masterpiece of table (or easel) talk, illustrating Freud’s intense intelligence and sensibility as well as his painterly genius. Jennifer Homans’s Apollo’s Angels (Granta, £30) is a hugely articulate and intellectually bracing history of ballet. Among novels, I felt far more nourished by Jane Smiley’s quiet, subtle and beautifully composed Private Life (Faber, £12.99) than by Jonathan Franzen’s comparable but overrated Freedom (Fourth Estate, £20). I would also dearly love to recommend Candia McWilliam’s astonishingly powerful and poetic memoir What to Look for in Winter (Cape, £18.99), but as she is a close friend I suppose I can’t.
Dominic Sandbrook
I loved Dr Thorpe’s Supermac: the Life of Harold Macmillan (Chatto, £25): a beautifully judged political biography, written with great flair and insight, and surely the last word on one of our most civilised, cunning and ambiguous prime ministers. And on a very different note, I hugely enjoyed Jonathan Wilson’s Anatomy of England: a History in Ten Matches (Orion, £14.99), a characteristically atmospheric and provocative history of the national football team by the most literate of modern sportswriters – although, sadly, his prediction that Fabio Capello would turn our fortunes around now looks decidedly rash.
Robert Douglas-Fairhurst
Jonathan Franzen enjoyed, or endured, plenty of press attention for the accidental misprints that crept into an early edition of Freedom (Fourth Estate, £20), but after reading it you can see why he was worried. It is a large novel in which every word counts. Whether or not it is the Great American Novel is a question best left to posterity, but it is undoubtedly a great novel about America. Rarely has the land of the free been scrutinised with such a sharp but loving eye.
Philip Hensher
Not every year produces a great novel, but this one did. No question about it: Jonathan Franzen’s Freedom (Fourth Estate, £20) swept everything before it in intricately observed, humane, unprejudiced armfuls. For sheer technical bravado, there was no novel to touch it in 2010. On the non-fiction front, Simon Winder’s brilliantly amusing and learned cabinet of curiosities about the land that the English forgot, Germania (Picador, £18.99), was a deserved popular success. The German tourist board should be very grateful to have a wit like Mr Winder on their side.
Juliet Gardiner
Two books remarkable for casting a glorious light on the oddest corners. The Hare with the Amber Eyes (Chatto, £16.99) is a short, lingering memoir by one of Britain’s leading ceramicists, Edmund de Waal, about how his Uncle Iggy came to acquire his collection of 264 netsuke – a very big collection of very small wood and ivory Japanese objects. Janie Hampton's How the Girl Guides Won the War (Harper Press, £20) tells of the days when “do your best” was an injunction far removed from knots and camp fires with brownies being taught how to put out incendiary bombs, and the “international sisterhood” stretching a helping hand across occupied Europe.
Neil McCormick
I was halfway through Jonathan Franzen’s much lauded Freedom (Fourth Estate, £20) before it really got a grip on me, and it took his imaginary rocker Richard Katz to perk my interest. It is difficult to pull off rock stars in fiction but the contradictions of Katz, paralysed between idealism and hedonism, arrogance and self-loathing, balanced with a cocktail of womanising and drugs, are completely seductive. I was amused by Franzen’s description of Keith Richards looking like “a wolf dressed up in a grandmother’s bonnet”. Now here is a rock star too far-fetched for a work of fiction, as his highly entertaining autobiography Life (Weidenfeld, £20) demonstrates. As anyone who has met him knows, Richards is poetically eloquent and observant, and the book, written with James Fox, captures his true voice.
Robert Sackville-West
Freedom (Fourth Estate, £20) by Jonathan Franzen was the first book I read on a Kindle, and this big novel about a family coping with the moral dilemmas of modern times was so engrossing that I didn’t even notice the new medium. I also loved novelist Rupert Thomson’s dark, disturbing but often very funny memoir This Party’s Got to Stop (Granta, £16.99) – that’s what the policeman said when he called time on a mad, seven-month-long binge of drink and drugs by three brothers as they try to come to terms with the death of both parents. And, finally – but still on a family theme – I’m very grateful to my wife for introducing me to The Old Wives’ Tale (Penguin, £12.99) by Arnold Bennett: the story of two very different sisters, set in a 19th-century Pottery Town and Paris.
Simon Heffer
The best book I have read this year, and indeed for several years, was Michael Burleigh’s superb Moral Combat (HarperPress, £30). Burleigh examines the morality of the Second World War: not merely of the main combatant powers, but of individual participants, in a depth normally not attempted in conventional histories of the conflict. He displays a great depth of scholarship, impeccable research, and fine judgments. It is also beautifully and, at times, wittily written. Nobody has read so many books on the Second World War that he or she does not need to read this one too. Indeed, its genius is that it casts everything else one has read, however good, in an entirely new light.
Bettany Hughes
The Hare with the Amber Eyes (Chatto, £16.99) by Edmund de Waal tells the real story of the author’s collection of small Japanese carvings and their journey to Britain via 19th century Europe and the horrors of Nazi imprisonment. Apparently mundane, it is a rich tale of the pleasure and pains of what it is to be human. The Ashmolean Museum – the world’s oldest public Museum has had a long love affair with beautiful things, and now it produces beautiful books too. The latest, The Pre-Raphaelites and Italy (Lund Humphries, £40) by Colin Harrison and Christopher Newall, opens to the warm-butter kiss of Mediterranean sunshine – imagined and observed. Essential English winter reading.
Philip Womack
Paul Murray’s Skippy Dies (Hamish Hamilton, £13.99), set in an Irish boarding school, is a slick, strange, wondrous thing: witty and dark, full of the most sharply drawn characters, it is both intensely moving, shocking and charming. On the other side of the Atlantic, Jonathan Dee’s The Privileges (Corsair, £11.99) showed, with elegance and rapier intelligence, the Faustian arc of a super-rich couple. J G Farrell’s Troubles (Phoenix, £7.99), which won the Lost Booker prize, was a welcome re-entrant onto the literary scene with its muscular, ironical wryness, while Hesiod’s Calendar (Oxford Poets, £9.95) by Robert Saxton is a version of the Theogony and Works and Days that delights and enthrals in equal measure.
Liz Jensen
The brilliant Far North by Marcel Theroux, published in 2009, set the gold standard for my 2010 reading. The novels that hit the same heights for me this year were Abraham Verghese’s masterful medico-social epic Cutting for Stone (Vintage, £7.99), set in Ethiopia; Lesley Glaister’s Chosen (Tindall Street Press, £9.99), a haunting and terrifying exploration of a young woman sucked into a cult; Monique Roffey’s The White Woman on The Green Bicycle (Pocket, £7.99), which drew me into the lushness and pain of another world; and Emma Donoghue’s unsentimental and perfectly judged Room (Picador, £12.99), inspired by the Joseph Fritzl case.
Peter Hennessy
Dr Thorpe’s Supermac (Chatto, £25): “Uncle” Harold Macmillan really walks and talks his stylish yet nervy way through these pages. Keith Jeffery’s MI6 (Bloomsbury, £30): marvellously crafted book giving the Secret Intelligence Service its delayed and deserved place in the historical sun especially its activities in the Second World War. Ben Macintyre’s Operation Mincemeat (Bloomsbury, £7.99): a wonderful retelling of the cracking Second World War story of ‘The Man Who Never Was’ enriched by new archival material.
Kamila Shamsie
David Mitchell’s The Thousand Autumns of Jacob de Zoet (Sceptre, £18.99) is that rare thing – a novel which actually deserves the accolade “tour de force”. Mitchell long ago established his ability to write brilliant dialogue, vary furious pace with languid interludes, and bring scenes from distant places crackling to life – but with this novel he also became a writer who knows how to break his reader’s heart. Or my heart, at the very least.
THE TELEGRAPH

The American, review


George Clooney plays a killer of few words and much mystery in a film that elevates mood and restraint above drama. Rating: * * *
By Sukhdev Sandhu
Dir: Anton Corbijn; starring: George Clooney, Thekla Reuten, Paolo Bonacelli. Rating: * * *
The American is a European film. A very European film. Its Dutch director, Anton Corbijn, has at his disposal all the elements of a thoroughly modern action thriller: a good-looking hit man who’s never far from comely beauties, cloak-and-dagger machinations, scenes full of guns, blood-letting and chases. Yet what emerges is far from being a Bourne knock-off. If anything, it’s closer to Wim Wenders’s The American Friend (1977) or Steven Soderbergh’s The Limey (1999), both of which pay homage to – and meditatively deconstruct – noir crime fiction.
George Clooney plays Jack (or is it Edward?), an American assassin holidaying in Sweden with his girlfriend. Then he’s discovered by agents. He kills them, his girlfriend too, and flees to Italy. There, in a small village that is as pregnant with mystery as it is picturesque, he occupies himself with what may or may not be his last job: custom-building a high-velocity rifle for a glamorous client (Thekla Reuten). Who she is or what she wants it for: this is not our business to know. The same goes for those other men tailing Jack: we never find out why they’re doing so or who their paymaster is.
The American, adapted by Rowan Joffe from Martin Booth’s 1990 novel A Very Private Gentleman, is a film that prizes mood – more precisely, moodiness – over drama. Its director, who started out as a photographer, and whose pictures of Joshua Tree-era U2 and Depeche Mode fashioned grey, serious-faced mythologies of those bands, is excellent at framing his subjects.
Together with cinematographer Martin Ruhe, with whom he collaborated on the Ian Curtis-biopic Control (2007), he has crafted a good-looking and elegantly composed picture whose potency lies mostly in its generic restraint.
German musician Herbert Gronemeyer offers a delicate score, but the most important element of the sound design is silence: it’s a rich and multi-textured silence that encompasses brooding masculinity, existential loneliness, the snowscapes of Swedish winter. When it’s punctuated by dialogue, the spell is broken. A typically gauche speech comes from the local priest (Paolo Bonacelli), who complains to Jack: “You Americans. You think you can escape history. You live for the present.” Other scenes also veer towards being parodies of European arthouse cinema.
It seems unlikely that such a petite Italian village would house the bordello portrayed here, far less one staffed by quite so many lovelies, all of whom seem to enjoy their jobs very much. One of them is Clara (played by the fantastically named Violante Placido) who is given many opportunities to show off her curves, and who even has the pleasure of being pleasured by Jack. Soon she’s contemplating giving up prostitution, while he’s planning to retire from the game. It’s all a bit – what’s the word? – unlikely?
Clooney, while he never manages to wring as much depth from his character as we might like (there may not be any to wring), reprises the tetchy restlessness he drew on for Syriana (2005) and Michael Clayton (2007). “You have the hands of a craftsman, not an artist,” the priest tells Jack at one point. Clooney’s art in The American lies in his making the most out of very little. When it comes to thrillers, pensive pulchritude can be as beguiling as sweaty agitation.
THE TELEGRAPH

Pet-Keeping and Animal Sacrifice as Seen Economically and Archaeologically


Pet-keeping in antiquity was a common practice. How the animals were treated can often be seen archaeologically.

By Julie

Pet-keeping in antiquity was a common practice. How the animals were treated can often be seen archaeologically.
By most modern standards, household pets such as cats and dogs are looked at as companion animals. It can be assumed that some people in the past acquired a similar affection to household or working animals. A companion animal is generally valued as being able to bring its owner a sense of loyalty, comfort, security and friendship. Aside from being strictly companions, pets may additionally provide a household function such as dogs providing security for the family and household and cats catch and kill small, destructive pests. Companion animals need not always be soft and cuddly housemates and dogs and cats were not the only animals valued as pets. In some medieval and post-medieval farming societies, cattle and sheep were regarded as companion animals in life but at the time of their death, they quickly were converted from pet-status to food commodity (Harris 1986, 177-178).
Historical evidence surrounding the keeping of pets clearly shows that animals were prized not only for their household duties, but some, for more non-practical reasons. Some companion animals came to symbolize the status of a person or family. Lap dogs were in fashion in the early seventeenth century, as they are today. The tiny dogs were a sure sign of wealth and status as evident by the sheer uselessness of the dog. Lapdogs generally do not catch and kill household pests, could not secure the home of its owner or protect its family from intruders. Aside from being little more than a vocal alarm, lapdogs have virtually no other practical purpose. In Thomas’ (1983) work, it is stated that, “The Stewarts in particular, were so obsessed with them that in 1617 James I was accused of loving his dogs more than his subjects.” Other not-so-cuddly animals were often kept as non-practical companion animals or symbols of wealth. Exotic birds and monkeys among other unusual critters within the society were also clues to the statuses of their owners. Archaeologically, trade routes and bone evidence give clues to the animals imported and exported by a community. North African tortoises were traded as far back as the seventeenth century (Thomas 2005, 101) and the acquisition or collecting of strange, unusual or non-local animals signifies the elevated status of an individual (Thomas 2005, 101).
Archaeologically, animal remains often show evidence of mistreatment, cruelty and other inhumane acts toward the animal in life. Numerous broken rib and jaw bone remains of dogs provide unmistakable evidence of abused animals. Contrasting evidence also shows animals being taken care of when wounded, or treated with respect at death. If the dog was not particularly useful during its life, one must wonder what its purpose was. Surely, a dog with an amputated leg or other deformity was not furry companion.
The zooarchaeological-economic link is revealed again through the acknowledgment of the abundance of reasons for the sacrifice of animals throughout history. Animals have been sacrificed for seemingly endless reasons. People in the past and also the present choose animals based on many factors; age, sex, size and association to a certain god or goddess are just a few. The reasons why people sacrifice animals at all is plentiful as well. Secular, as well as non-secular reasons including honouring the dead, ensuring the continuation of life, providing good luck, enhancing fertility of people, animals as well as crops, keeping the rain god, the sun god or any number of other gods satisfied are all only a fraction of the reasons why. Reasons, whether economically charged or not; are still valid answers to the question “Why?” Zooarchaeologically, the economic, as well as the non-economic reasons can be uncovered. Lauwerier (2002) discusses the economic impact of different types of animal sacrifice. Which is more detrimental to the economy of a society, the loss of one horse’s meat, or the loss of a few chicken’s meat? One may immediately answer with the horse meat of course, as a horse provides many hundreds of kilograms of meat where as a chicken may only offer one or two. That answer would be argued as incorrect if the society never or rarely consumes horse meat. In Roman times, horses were used as work animals, in battle, and as transport; but, as today, horses were considered comrades (Lauwerier 2002, 70). Additionally, the consumption of horse meat might be considered taboo. Ritual consumption, however, is often the culprit for a horse or other animal ‘comrade’ to be eaten. Rituals can be economic or non-economic in nature; often they are both. Suovitaurtilia, the sacrifice of the same numbers of sheep, cattle and pigs in a single ritual, was performed either for the commemoration of the dead or to purify a field used for agricultural purposes and (Wilkens 2002, 73). The commemoration of the dead appears have no economic motive; the purification of the field before seed planting or harvest-time, most certainly does.
The keeping of pets and the sacrifice of animals adds to and often enhances the economic standing of a society whether it is intended or not. Archaeologically, these actions can be seen, establishment of the practice can be made and therefore, it can and should be examined and scrutinized.

References:
Harris, M., 1986. Good to Eat: Riddles of Food and Culture, Allen & Unwin, London
Lauwerier, R., 2002. The economic and non-economic animal: Roman depositions and offerings. In Sharyn Jones O’Day, Wim Van Neer and Anton Ervynck (eds.), Behavior Behind Bones-The zooarchaeology of ritual, religion, status and identity. Proceedings of the 9th ICAZ Conference, Durham. Oxford 66-72
Renfrow, C., n.d. Medieval and Renaissance Food: Sources, Recipes, and Articles. URL: (www.pbm.com/~lindahl/food-art/) Accessed 10 September, 2008
Rumpolt, M., 1604 Ein new Kochbuch. Germany (taken from www.pbm.com/~lindahl/food-art/) accessed 21, September 2008
Thomas, K., 1983. Man and the Natural World: Changing Attitudes in England 1500-1800, Allen Lane, London,
Thomas, R., 2005. Perceptions versus reality: changing attitudes toward pets in medieval and post-medieval England. In Just Skin and Bones? New Perspectives on Human-Animal Relations in the Historical Past. BAR International Series 1410, 95-104
Wilkens, B., 2002. Roman suovitaurilia and its predecessors. In Sharyn Jones O’Day, Wim Van Neer and Anton Ervynck (eds.), Behavior Behind Bones-The zooarchaeology of ritual, religion, status and identity. Proceedings of the 9th ICAZ Conference, Durham. Oxford 73-76

Julie (Robinson) St. Jean
Copyright 2010
All rights reserved
Julie@archnews.co.uk
www.julie-robinson.com
ArchNews

Σώζουν το αρχαιότερο τέµενος της Ευρώπης


Η Αθήνα µπορεί να µην έχει αποκτήσει δικό της τέµενος και οι µουσουλµάνοι να προσεύχονται στις πλατείες της πόλης, το αρχαιότερο όµως οθωµανικό µνηµείο –εκτός Τουρκίας –στην Ευρώπη, το σηµαντικότερο στην Ελλάδα και ένα από τα πλέον αξιόλογα παγκοσµίως, το τέµενος του Βαγιαζήτ στο ∆ιδυµότειχο θα δεχθεί τη φροντίδα που του αξίζει ως ένα από τα 777 πλέον µνηµειακά έργα ισλαµικής τέχνης και αρχιτεκτονικής του παγκοσµίου άτλαντα που έχουν καταρτίσει τα Πανεπιστήµια Χάρβαρντ και ΜΙΤ. Και µελλοντικά δεν αποκλείεται να γίνει επισκέψιµο.

«Η συντήρηση του τεµένους είναι ένα θετικότατο βήµα, καθώς είναι ένα µνηµείο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης µας και σύσσωµη η τοπική κοινωνία ενδιαφέρεται για την ανάδειξή του», λέει στα «ΝΕΑ» ο δήµαρχος ∆ιδυµοτείχου Χρήστος Τοκαµάνης. «Είναι ένα µνηµείο που δεν έχει ανοίξει ποτέ για το κοινό, αν και χαρακτηρίζει την πόλη µας». Όσο για την πιθανότητα να λειτουργήσει ως τέµενος; «∆εν τίθεται τέτοιο θέµα. Το τέµενος είναι κηρυγµένο µνηµείο από το 1946. Άλλωστε λίγο πιο δίπλα υπάρχει µικρότερο τζαµί το οποίο λειτουργεί», επισηµαίνει ο Χρήστος Τοκαµάνης. Η µνηµειώδης ξύλινη στέγη, η οποία καλύπτει επιφάνεια ενός στρέµµατος, είναι εκείνη που θα βρεθεί στο επίκεντρο τηςφροντίδαςτου τεµένους που εγκαινιάστηκε τρεις δεκαετίες πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1420. Καµωµένη από κολοσσιαία δοκάρια δρυός που αντλήθηκαν από τα δάση της Θράκης, η στέγη έχει το σχήµα της πυραµίδας καθώς ακολουθεί τον µαθηµατικό τύπο των πυραµίδων µε κλίση 93%.

Ταλαιπωρηµένη λόγω του ευπαθούς υλικού της, του χρόνου, αλλά και των ιστορικών συγκυριών – τµήµατα από τα µολύβδινα φύλλα που την προστάτευαν αφαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου για να µετατραπούν σε σφαίρες – η ξύλινη στέγη είχε παρουσιάσει προβλήµατα στο παρελθόν. Η λύση – προσωρινή, αλλά αποτελεσµατική όπως αποδείχτηκε – δόθηκε το 1998 όταν τυλίχτηκε µέσα σε ειδική µεµβράνη που την προστάτευσε από τον ήλιο και τη βροχή. Πλήγµα όµως δέχτηκε όταν δέκα χρόνια αργότερα κατέρρευσαν τµήµατα από το µιναρέ λόγω κακοκαιρίας και «πλήγωσαν» την προστατευτική µεµβράνη.

«Το µνηµείο δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει», κατέστη σαφές στη συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συµβουλίου, δεδοµένου ότι προβλήµατα έχει µόνο η στέγη, ενώ το υπόλοιπο δεν αντιµετωπίζει σοβαρά προβλήµατα διότι έχει µεγάλους τοίχους 2,20Χ2,40 µ. ίσως επειδή είχε αρχικά αρχίσει να χτίζεται ως οχυρωµατικό έργο και όχι ως τζαµί.

Φοβούνταν τη διάλυση της στέγης
Γιατί όµως ώς τώρα οι όποιες επεµβάσεις σωτηρίας ήταν αποσπασµατικές (τοποθέτηση λαµαρίνων, ικριώµατα και υποστηλώσεις) και η µελέτη που υπήρχε για την αποκατάσταση του τεµένους του Βαγιαζήτ δεν είχε υλοποιηθεί; ∆ιότι οι επιστήµονες θεωρούν πως δεν πρέπει να διαλυθεί η στέγη για να µη χάσει την αυθεντικότητά της, αλλά δεν γνώριζαν και το βάθος της καταστροφής που έχει υποστεί η ξυλεία.

Νέες τεχνολογικές µέθοδοι πλέον όµως µε τη χρήση µιας βελόνας και µόνο µπορούν να κάνουν τα δοκάρια να «αποκαλύψουν» από τι υποφέρουν οπότε θα εντοπιστεί και ο κατάλληλος τρόπος επέµβασης, ενώ οι εργασίες θα ενταχθούν στο Ταµείο ∆ιαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων.



Πηγή: Τα Νέα, Μ. Αδαμοπούλου,

Ν' αξιοποιήσουμε την αρχαιότητα για το μέλλον του μέλλοντος


Ο Πίτερ Μάινεκ και ο Σάιμον Κρίτσλεϊ δίπλα απ' το «Φιλί» του Ροντέν, στις χθεσινές συνεδρίες των «Διαλόγων»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
«Δεν μπορούμε να βάλουμε την Ελλάδα σε βάθρο. Πρέπει να αξιοποιήσουμε την αρχαιότητα για τη νεωτερικότητα, το παρελθόν για το μέλλον του μέλλοντος. Η Ελλάδα έχει το δυναμισμό να εξελίσσεται διαρκώς. Μ' ενδιαφέρει, όμως, να δούμε πώς τα ερείπιά της επανερμηνεύονται σήμερα».

Ο περίφημος νεοελληνιστής Ρόντρικ Μπίτον, με αφορμή τον Μπάιρον, τον Σέλεϊ και το ελληνικό ιδεώδες, έστησε συμπαγή «γέφυρα» μεταξύ του αρχαίου και του σύγχρονου κόσμου, σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εισηγήσεις της χθεσινής ημέρας των «Διαλόγων των Αθηνών» του Ιδρύματος Ωνάση. Πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωινής συνεδρίας με θέμα «Ιστορία και Ιστορίες».
Θέατρο: χώρος διαλόγου
Από ένα ειδικότερο σημείο εκκίνησης, τη σύγχρονη παραστασιολογία του αρχαίου δράματος, στην απογευματινή συνεδρία, με θέμα «Λόγος και Τέχνη», ο καθηγητής Θεατρικών Σπουδών Πλάτων Μαυρομούστακος έθεσε ενώπιον των συνέδρων και του πολυεθνικού κοινού την ίδια πρόκληση... σύγχρονου επαναπροσδιορισμού του αρχαίου δράματος. Μίλησε για το θέατρο ως «χώρο διαλόγου και ανεκτικότητας» και τόπο όπου «αλλάζουν οι βεβαιότητές μας».
«Σήμερα η Ε.Ε. πρέπει να πετύχει τη νομιμοποίησή της στη συλλογική φαντασία, κάτι που θα την καταστήσει πετυχημένη στην πρόκληση της ηγεμονίας των ευρωπαϊκών εθνών - κρατών. Ο Σέλεϊ και ο Μπάιρον έπαιξαν έναν ξεχωριστό ρόλο στη μετάβαση των ορίων της γλώσσας και στη δημιουργία του νέου κόσμου πραγμάτων, μέσα στον οποίο ζούμε σήμερα», είχε προσθέσει νωρίτερα εύστοχα ο Μπίτον.
Στη ζεύξη παρελθόντος και παρόντος, ο πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου Εντεμ Ελντεμ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου: «Μας παρασύρουν σύγχρονα στοιχεία στη μελέτη των εικόνων του παρελθόντος», τόνισε. Και παραδέχτηκε κάτι που ο Βιεννέζος διευθυντής του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Γιοχάνες Κόντερ είχε σκιαγραφήσει νωρίτερα αναλυτικότερα: «Η μουσουλμανική κοινωνία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα κλασικά ελληνικά κείμενα», όπως ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και ο Μωάμεθ από το όραμα του Μ. Αλεξάνδρου.
«SOS» εξέμπεψε ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Βασίλης Λαμπρινουδάκης: «Αν γίνει ασαφής η κληρονομιά δεν θα υπάρχει βάση στη σύγχρονη κοινωνία», υπογράμμισε.
Ο Πίτερ Μάινεκ, που βασισμένος σε πορίσματα της νευροεπιστήμης κατέληξε στο συμπέρασμα «δώστε στον άνθρωπο μια μάσκα και θα πει την αλήθεια», θεωρεί ότι το αρχαίο δράμα μάς πάει «πιο πέρα από την πολιτική τού σήμερα». «Είναι ένα καλό πλαίσιο προκειμένου να μιλήσουμε για τη σύγχρονη εμπειρία μας», είπε. «Οι άνθρωποι μπορούν να βρουν το σημερινό συναίσθημά τους ιδίως στο δράμα του 5ου αιώνα, σε συνδυασμό με την αισθητική και με την πολιτική».
Η βιντεοσκοπημένη «Μήδεια» του Ιάπωνα Νικιχίρο Χίρα στο Ηρώδειο, στα τέλη της δεκαετίας του '80, αποτέλεσε την εισαγωγή στην απογευματινή συνεδρία «Λόγος και Τέχνη». Σ' αυτήν, εκτός από τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο, και η καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών και Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου Εντίθ Χολ αναφέρθηκε στη μαζική παραστασιολογία του αρχαίου δράματος την τελευταία δεκαετία διεθνώς. Προέβλεψε ότι θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο την 3η χιλιετία. «Λόγω της θρησκευτικότητάς του», ήταν η αιτιολόγηση που έδωσε.
Θερμή συμμετοχή του κοινού
Στα διαλείμματα των «Διαλόγων» ο Πέτερ Μάινεκ ανακάλυψε τον ελληνικό φραπέ και ο Σάιμον Κρίτσλεϊ, καθηγητής Φιλοσοφίας στο New School for Social Research της Ν. Υόρκης, λάμβανε τα e-mails με το laptop του. Την ίδια ώρα, φοιτητές και σκηνοθέτες σέρφαραν από το τρίτο επίπεδο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, όπου υπάρχουν υπολογιστές για το κοινό, απογοητευμένοι, όπως σχολίαζαν, από τις περισσότερες «ακαδημαϊκές και στεγνές» εισηγήσεις. Η έκπληξη προήλθε από αλλού: από τις συζητήσεις που ακολουθούσαν κάθε συνεδρία. Τότε που οι ομιλητές καλούνταν να απαντήσουν εκτός... κειμένου στα ερωτήματα του κοινού.
Στο μεγάλο και χθες ακροατήριο, ανάμεσα στον Γιώργο Μπαμπινιώτη και στον Σάιμον Κρίτσλεϊ είδαμε να κάθεται ο πρώην πρύτανης Μιχάλης Σταθόπουλος, ενώ, εν μέσω φοιτητών, παρακολουθούσαν με ζέση τις ομιλίες ο Περικλής Κούκος, η Δέσποινα Μουζάκη, γνωστοί κριτικοί θεάτρου και σκηνοθέτες.
Σήμερα, η πρωινή συνεδρία (9 π.μ.) έχει θέμα: «Δημοκρατία και Πολιτεία». Το μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών του Ινστιτούτου της Γαλλίας Πιερ Ντελβόλβ θα μιλήσει με θέμα: «Η Δημοκρατία υπό τη δοκιμασία της κρίσης». Η απογευματινή συνεδρία θα αποπειραθεί να απαντήσει στην πρόκληση της θεματικής: «Επιστήμη και ηθική»
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Η Φωτεινή Δάρρα στο Παλλάς


Η Φωτεινή Δάρρα παρουσιάζει τη μουσική παράσταση με τίτλο "..του Έρωτα και της Αμαρτίας". Ερμηνεύει κάποια από τα δυσκολότερα ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών και τιμά την παράνομη και αμαρτωλή μας σχέση με τα άδικα απαξιωμένα αλλά πασίγνωστα τραγούδια της δεκαπενταετίας '60-'75.
Ερμηνεύτρια υψηλών προδιαγραφών η Φωτεινή Δάρρα ξεχωρίζει για τις ερμηνευτικές και φωνητικές επιδόσεις της τολμώντας να ερμηνεύσει τραγούδια που μετά την πρώτη τους εκτέλεση έμειναν ανέγγιχτα από επανεκτελέσεις λόγω υπερβολικών ερμηνευτικών αλλά και τεχνικών δυσκολιών.
“Σ’αγαπώ (ηαγάπη αυτή με πεθαίνει)”, η “Σκλάβα”, Ο Αναμάρτητος”, “Aγόρι μου”,“Απο σένα αρχίζουν όλα”, Τώρα”, είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια που θα ακουστούν.
Η συναυλία υλοποιεί μία ιδέα του Γιώργου Τσάμπρα
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Φωτεινή Δάρρα
Σκηνοθεσία: Φρόσω Λύτρα
Σχεδιασμοί φωτισμών: Γιώργος Τέλλος
Σχεδιασμός ήχου: Γιάννης Λαμπρόπουλος
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, Τηλ.: 210-3213100

Ημέρες και ώρες λειτουργίας ταμείων :
Δευτέρα έως Σάββατο 09.00 – 20.00 και τις Κυριακές 12.00-20.00
Με πιστωτική κάρτα : 210 81 0 81 81
Κρατήσεις μέσω Internet : http://www.ellthea.gr
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

«Να γίνει ο κόσμος έγχρωμος ξανά»


Ο Διονύσης Σαββόπουλος φοράει το κοστούμι του παραμυθά και λέει παραμύθια, «Για να γίνει ο χρόνος καινούργιος». Αφηγείται τη «Θεογονία» του Ησίοδου, ένα «καταπληκτικό παραμύθι που μας μιλάει για την αρχή του Κόσμου και το πώς γεννήθηκε ο Χρόνος, έτσι όπως το φαντάζονταν αλλά και το πίστευαν οι παλιοί εκείνοι Ελληνες της εποχής του Ησιόδου, αιώνες πριν έρθει στον κόσμο ο Χριστός». Διασκεύασε το παραμύθι και τους μύθους, μοντάροντας τις πιο ενδιαφέρουσες παραλλαγές τους μέσα σε μια νέα αφήγηση, την οποία παρουσιάζει στις 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 12 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» και 9, 10, 11, 12 Ιανουαρίου 2011 στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία-χορογραφία Σοφίας Σπυράτου, σκηνικά-κοστούμια Γιάννη Μετζικώφ. Αρχίζει τη «Θεογονία» όχι με τη διήγηση του Ησιόδου, αλλά με μιαν εκδοχή που μας έρχεται από τους Ορφικούς για τη Νύχτα και το Αβγό, επειδή «μου φάνηκε γοητευτικότερη για το ξεκίνημα».
Στον Διονύση και τον Αντρέα, τα εγγόνια του, αφιερώνει ο Διονύσης Σαββόπουλος την παράσταση «Για να γίνει ο χρόνος καινούργιος», γιατί «μαζί τους εξασκήθηκα. Πολύ με βοήθησαν σ’ αυτό». Είναι λοιπόν μια παράσταση μόνο για παιδιά ή και για μεγάλους; «Είναι για όλους» απαντά. «Μπροστά σε μια αφήγηση που ξετυλίγεται μπροστά μας γεμάτη θαύματα, αφηνόμαστε. Αίρονται σιγά σιγά οι επιφυλάξεις και οι δυσπιστίες. Ξαναγινόμαστε όλοι παιδιά. Δηλαδή καινούργιοι. Γιατί κάθε φορά που επιστρέφουμε εμείς οι μεγάλοι σε μια παλιά συλλογική φαντασία για να τη διηγηθούμε, ξαναβρίσκουμε εκείνη τη διαύγεια κι εκείνο το σφρίγος που κάνει τον χρόνο καινούργιο και τον κόσμο έγχρωμο ξανά».

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Archaeologists Discover 1,800-Year Old Roman Bathhouse in Jerusalem


By Mary Elizabeth Dallas

Israeli archaeologists have discovered an 1,800-year old Roman bathhouse likely used by the soldiers of Rome’s Tenth Legion, according to the Israel Antiquities Authority. The group says the discovery sheds light on the scope of Aelia Capitolina, the city that was founded on the Second Temple period ruins of Jerusalem and that defined the character of ancient Jerusalem as we know it today.
The surprise discovery includes the mark of Rome's Tenth Legion - LEG X FR “Frentensis” – on the bathhouse tiles. Also discovered was the paw print of a dog. The animal probably belonged to one of the soldiers, excavation director Ofer Sion said. “The paw print was impressed on the symbol of the legion on one of the roof tiles and it could have happened accidentally or have been intended as a joke,” Sion concluded.
During the excavation a number of plastered bathtubs in the side of the pool were uncovered. Incorporated in the side of the pool is a pipe used to fill it with water and on the floor of the pool is a white industrial mosaic pavement. Hundreds of terra cotta roof tiles were also found on the floors of the pool, indicating it was a covered structure.
The new find, together with other discoveries of recent years, shows that the city was considerably larger than what we previously estimated. Information about Aelia Capitolina is extremely valuable and can contribute greatly to research on Jerusalem,” notes Dr. Yuval Baruch, the Jerusalem District archaeologist of the Israel Antiquities Authority
All Voices

Οι Πολιτιστικές Ρίζες της Ευρώπης στην Ακαδημία Αθηνών


Η Ακαδημία Αθηνών διοργανώνει την Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου, στις 18:00 το απόγευμα ημερίδα με θέμα «Οι Πολιτιστικές Ρίζες της Ευρώπης» στην Κεντρική Αίθουσα του Μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, θα μιλήσουν μέλη και επιστημονικοί συνεργάτες της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης θα δώσει διάλεξη με θέμα «Ευρώπη και Θρησκεία: παρελθόν, παρόν και μέλλον», ενώ ο Εμμανουήλ Ρούκουνας θα αναφερθεί σε «Παλιές και νέες πολιτιστικές ρίζες στην Ευρώπη».
Η Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλάλα θα δώσει ομιλία με θέμα την «αισθητική θέαση του κόσμου στους Έλληνες και το ευρωπαϊκό πνεύμα», ενώ ο Λάμπρος Κουλουμπάριτσης θα αναφερθεί στη συνεισφορά της ελληνικής φιλοσοφίας στην αντιπαράθεση μεταξύ απλότητας και πολυπλοκότητας.
Ο Μαριάνος Καράσης θα δώσει διάλεξη για την ακτινοβολία των ελληνικών δικαιικών ιδεών και θεσμών στο ευρωπαϊκό στερέωμα και ο Λίνος Μπενάκης θα αναφερθεί στον «Αριστοτέλη στην Δυτική Ευρώπη».
Τέλος, ο Ευάγγελος Μουτσόπουλος θα κάνει αναφορά στις φιλοσοφικές ρίζες της Ευρώπης.

Πηγή: in.gr, Newsroom ΔΟΛ, 23/11/10

Μουσεία... εχθρικά προς τους επισκέπτες


Ακόμη και από το νέο Μουσείο Ακρόπολης απουσιάζουν οι χώροι στάθμευσης
Ποιος γνωρίζει ότι στο Ολυμπιείο δεν υπάρχει ούτε νερό για τους επισκέπτες; Ότι από την Ακρόπολη απουσιάζουν οι δίγλωσσες πινακίδες αλλά και βασικές υπηρεσίες για τυφλούς; Ότι στους Δελφούς και στην Επίδαυρο δεν υπάρχουν ούτε απλά ενημερωτικά φυλλάδια-οδηγοί για την πληροφόρηση του κοινού; Και όμως σε όλους αυτούς τους χώρους οι επισκέπτες καταβάλλουν εισιτήριο χωρίς οι υπηρεσίες που τους προσφέρονται να είναι ικανοποιητικές- συχνά ούτε καν οι βασικές.

Το αυτονόητο λοιπόν έπραξε το υπουργείο Πολιτισμού όταν ζήτησε από τους φορείς του την καταγραφή και αξιολόγηση των παρεχομένων υπηρεσιών σε 176 μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους που είναι επισκέψιμοι με εισιτήριο, με στόχο την αναβάθμισή τους, όπως ανακοίνωσε χθες ο υπουργός Πολιτισμού κ. Παύλος Γερουλάνος. Η λίστα μάλιστα έκρυβε δυσάρεστες εκπλήξεις καθώς στην πρώτη κατηγορία παροχών προς τον επισκέπτη- από τις τέσσερις που ορίστηκαν- δεν μπορεί να καταταχθεί ούτε ένα ελληνικό μουσείο ή χώρος.

Ακόμη και από το καμάρι μας, το νέο Μουσείο Ακρόπολης, όπου δόθηκε η συνέντευξη, απουσιάζουν παροχές όπως χώρος στάθμευσης. Ξεκινά επομένως άμεσα ένα πρόγραμμα καλύτερης οργάνωσης υπηρεσιών, καλύτερης διαχείρισης τρεχόντων εξόδων και αποδοχής χορηγιών, με προϋπολογισμό 20 εκατ. ευρώ και με ορίζοντα τριετίας. Το ποσό πρόκειται να καλυφθεί με 3,5 εκατ. ευρώ ετήσια χορηγία από τον ΟΠΑΠ, 1,5 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Αρχαιολογικών Χώρων (ΤΑΠ) και 5 εκατ. ευρώ που προβλέπεται να δοθούν μέσω ΕΣΠΑ.

Με το σκεπτικό ότι, «αν θέλουμε να αναδείξουμε την αρχαιολογική μας κληρονομιά όπως της αξίζει ώστε να γίνει και πηγή πλούτου για τις τοπικές κοινωνίες και την εθνική μας οικονομία,θα πρέπει να αλλάξουμε το τοπίο με δραστικές παρεμβάσεις», όπως είπε ο κ. Γερουλάνος, τέθηκαν οι εξής προτεραιότητες:

• Παροχή βασικών υπηρεσιών σε όλους τους χώρους, εφόσον αυτό είναι εφικτό (π.χ., δεν πρόκειται να διαμορφωθεί χώρος στάθμευσης στη Δήλο).
• Αναβάθμιση στην πρώτη κατηγορία των μουσείων και χώρων με μεγάλη επισκεψιμότητα αλλά και εκείνων που είναι χαρακτηρισμένοι ως μνημεία από την UΝΕSCΟ (Ακρόπολη, Κνωσός, Ολυμπία, Δελφοί, Επίδαυρος, Μυκήνες, Βεργίνα, Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου στη Ρόδο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Βυζαντινό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη).
• Σταδιακή αναβάθμιση όλων των χώρων με υπηρεσίες που θα κάνουν τα μνημεία πιο προσβάσιμα ανεβαίνοντας έτσι κατηγορία.

Ήδη το Ταμείο Αρχαιολογικών Χώρων καταγράφει ελλείψεις σε πωλητήρια και κυλικεία και δρομολογεί διαγωνισμούς για την καλύτερη λειτουργία τους. Επίσης παρέλαβε τα πωλητήρια από τον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ) ο οποίος έκλεισε και προώθησε διαγωνισμό μέσω ΑΣΕΠ για την πρόσληψη εποχικών πωλητών ώστε να επαναλειτουργήσουν, ενώ διαγωνισμός θα προκηρυχθεί μέσα στον Δεκέμβριο και για τη μηχανογράφηση του συστήματος εισόδου των επισκεπτών. Επιπλέον ετοιμάζονται ενημερωτικά φυλλάδια για 35 χώρους από όπου απουσιάζουν εντελώς, ενώ όλα επανασχεδιάζονται και ανανεώνονται. Η συνολική παραγγελία τους μάλιστα εξοικονομεί για το υπουργείο και το ΤΑΠ περί το μισό εκατ. ευρώ. Πάνω από οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι επισκέπτονται ετησίως μουσεία και μνημεία της χώρας αποφέροντας στο κράτος πολλά εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια «διαχρονική πηγή πλούτου, την οποία ως τώρα θεωρούσαμε δεδομένη», όπως είπε ο κ. Γερουλάνος. «Τίποτε όμως δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο πλέον» κατέληξε.



Πηγή: Το Βήμα, Μ. Θερμού,

Αρχειοθήκη ιστολογίου