Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Tο «Ελληνικόν Λύκειον Ερμουπόλεως» και η προτεσταντική αγωγή του Εμμ. Ροΐδη


Η εισήγηση αυτή ασχολείται με την ανίχνευση των προτεσταντικών καταβολών στην προσωπικότητα του Εμμ. Ροΐδη. Η ανεπιφύλακτη αντιμετώπιση των τελετουργιών της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως δεισιδαιμονικών από το διακεκριμένο αυτό συγγραφέα και η προτίμησή του προς την ορθολογική θρησκευτικότητα του Προτεσταντισμού καθοδήγησε την έρευνα προς την εφηβική προπαιδεία του Ροΐδη στο Ελληνικόν Λύκειον της Ερμούπολης (1846 – 1857), το οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο Χρήστος Ευαγγελίδης. Του Αντώνη Λ. Σμυρναίου

Η προτεσταντική εκπαίδευση του Ευαγγελίδη στην Αμερική και η στενή θρησκευτική σχέση που ανέπτυξε στην Ερμούπολη με το διευθυντή του Φιλελληνικού Παιδαγωγείου (1830 – 1877), ενός προτεσταντικού, ιεραποστολικού ιδρύματος της πόλης, υποδεικνύουν τη συνάφεια ανάμεσα στην αγωγή του Ροΐδη και στις μετέπειτα εδραιωμένες αντιλήψεις του για τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Κάποια νύχτα του 1848, της χρονιάς των μεγάλων Ευρωπαϊκών Επαναστάσεων, μια  κοινωνικά ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων είχε καταφύγει στο υπόγειο του ελληνικού προξενείου της Γένοβας για να προφυλαχθεί από τους βομβαρδισμούς του αυτοκράτορα Βίκτωρα Εμμανουήλ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον του φόβου, οι πρώτες προσευχές έδωσαν γρήγορα τη θέση τους σε θεολογικές λογομαχίες και η ατμόσφαιρα του γκροτέσκο κορυφώθηκε, όταν κάποια στιγμή πλημμύρισε τις ακοές των εγκλείστων το σκανδαλιστικό χρονικό μιας αινιγματικής μορφής του 9ου αιώνα, της Πάπισσας Ιωάννας. Αυτήκοος μάρτυρας αυτής της περιγραφής ήταν και ο γιος του προξένου, ένας δεκατριάχρονος Έλληνας που έμελλε αργότερα να διαγράψει μια παράδοξη πορεία στη νεοελληνική διανόηση του 19ου αιώνα, ο Εμμ. Ροΐδης (Ροΐδης, 1978).
Το 1849, την επομένη χρονιά του επεισοδίου της Γένοβας, ο νεαρός Ροΐδης στέλνεται από τους γονείς του στη Σύρο, για να συμπληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του στο φημισμένο ανάμεσα στους εντοπίους, αλλά και στους Έλληνες της Διασποράς, Ελληνικόν Λύκειον (Δρακάκης, 1987, Λάζος, 1884). Το ιδιωτικό αυτό σχολείο, που είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο Χρήστος Ευαγγελίδης, αποτελούσε μια προγυμνασιακή βαθμίδα στο εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής και λειτούργησε για μια περίπου δεκαετία. Ο ιδρυτής του σε νεαρή ηλικία είχε μεταναστεύσει με τη βοήθεια Αμερικανών ταξιδιωτών στις Η.Π.Α. και εκεί σπούδασε φιλολογία και παιδαγωγικά. Εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του αλλά και της εξαιρετικής φιλομάθειας και ευγλωττίας του, αποτέλεσε διάσημο μέλος της προτεσταντικής, μεγαλοαστικής κοινότητας της Νέας Υόρκης και μάλιστα φοίτησε για κάποιο διάστημα σε ένα Ιερατικό Σεμινάριο, με απώτερο σκοπό να υπηρετήσει ως προτεστάντης ιεραπόστολος στην Ελλάδα (Georgiadis, 1994 – 1995).
Υποφέροντας όμως από έντονη νοσταλγία για την πατρίδα του και αισθανόμενος αμήχανα απέναντι στην ιεραποστολική του σταδιοδρομία, ο Ευαγγελίδης θα διακόψει τις ιερατικές του σπουδές για να κατεβεί στην Ελλάδα. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις, ακολούθησε τη συμβουλή του Ν. Βάμβα και εγκαταστάθηκε τελικά στην Ερμούπολη της Σύρου, όπου  το 1846 ίδρυσε το Ελληνικόν Λύκειον. Το σχολείο αυτό, το οποίο περιλάμβανε και οικοτροφείο για τους γόνους των πλουσίων ομογενών, έγινε γρήγορα διάσημο λόγω της χαρισματικής προσωπικότητας του ιδρυτή του αλλά και των εκπαιδευτικών του καινοτομιών.
Οι βασικές αρχές της λειτουργίας του αντανακλούσαν έντονα τον προτεσταντικό του προσανατολισμό. Σύμφωνα με το καταστατικό, το ίδρυμα ήταν θεμελιωμένο «στην Αγάπη, στην Αλήθεια, στην Εργατικότητα και στη μετάνοια των αμαρτιών», ενώ στόχος του ήταν η δημιουργία «φρονίμων και ευγενικών ατόμων, ευσεβών χριστιανών και χρησίμων πολιτών» (Georgiadis, 1994 – 1995). Ο Ευαγγελίδης, εργαζόμενος μέσα στην πνευματική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Ιδέας που κυριαρχούσε στην εποχή, είχε επιλέξει μάλιστα να θέσει την προτεσταντική του αγωγή στην υπηρεσία της. Ομολογούσε ότι η μορφωτική του κατάρτιση στην Αμερική τον ώθησε να θεωρήσει το εκπαιδευτικό της σύστημα ως το πλέον κατάλληλο για τον ελληνικό λαό, ο οποίος επιπλέον είχε τη θεϊκή αποστολή να διαφωτίσει τις χώρες της  Ανατολής.
Εκτός από τις εγκύκλιες γνώσεις που παρέχονταν στα υπόλοιπα σχολεία, ο Ευαγγελίδης είχε εμπλουτίσει το πρόγραμμά του με μαθήματα κολύμβησης και φυσικής αγωγής, ηθοποιίας, υγιεινής και ξένων γλωσσών. Επιπλέον, ακολουθώντας μια φοιτητική του συνήθεια, προσπαθούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για την εξάσκηση των μαθητών του σε διαλέξεις και τη συμμετοχή τους σε συζητήσεις ενώπιον του κοινού. Επεδίωκε επίσης να τους εθίσει στη διαχείριση των χρημάτων, ενθάρρυνε τη συγγραφή και την έκδοση σχολικής εφημερίδας και είχε προσωπική συμμετοχή στις αθλοπαιδιές, καλλιεργώντας έτσι το πνεύμα της άμιλλας. Οι πρωτοποριακές αυτές καινοτομίες είχαν μεγάλη απήχηση στη συριανή κοινωνία και η προσωπικότητα του διευθυντή του Λυκείου αποτελούσε πόλο έλξης για τους μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο γνωστός λογοτέχνης Δημ. Βικέλας, ο οποίος εξέδιδε μαζί με το Ροΐδη τη σχολική εφημερίδα Μέλισσα, θα θυμηθεί αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι ο διευθυντής του Λυκείου «εγνώριζε πώς να προσελκύει την αγάπην και την εμπιστοσύνην των μαθητών του δια της προσηνείας του, και πως δι’ αυστηρότητος επικαίρου να επιβάλη το σέβας και τον φόβον εν ανάγκη…» (Βικέλας, 1977).
Φαίνεται λοιπόν ότι η προσωπικότητα του Ευαγγελίδη συγκέντρωνε αρκετά στοιχεία, έτσι ώστε να χρησιμεύσει ως πρότυπο στο νεαρό Ροΐδη, ο οποίος, στερημένος της πατρικής παρουσίας, ζώντας στην ιδρυματική ατμόσφαιρα του οικοτροφείου και αρχίζοντας ήδη να υποφέρει από το μόνιμο εφιάλτη του βίου του, την κώφωση, επιχειρούσε πλέον να βρει τη δική του δίοδο για τον κόσμο των ενηλίκων, χειριζόμενος τα υλικά του περιβάλλοντός του. Έτσι βρέθηκε κάτω από την άμεση επιρροή ενός ανθρώπου ο οποίος, εκτός των άλλων, είχε πρόωρα διακόψει μια ιεραποστολική σταδιοδρομία και είχε στραφεί αποφασιστικά προς μια εκκοσμικευμένη εκπαιδευτική δραστηριότητα, όχι όμως χωρίς εσωτερικούς ενδοιασμούς. Ως μια υπεραναπλήρωση του ματαιωμένου του εγχειρήματος προσπαθούσε μάλιστα να προσδώσει μια ιδιαίτερα προτεσταντική διάσταση στην εκπαιδευτική του αυτή ενασχόληση, προσβλέποντας σε έναν επιτυχή συνδυασμό του ιερού και του κοσμικού χαρακτήρα της παιδείας.
Αυτό θα φανεί κυρίως την περίοδο που ο νεαρός Ροΐδης εγγράφεται στο Λύκειο. Τότε ακριβώς ο Ευαγγελίδης αρχίζει στενή συνεργασία με το διευθυντή ενός άλλου διάσημου εκπαιδευτηρίου της Ερμούπολης, του Φιλελληνικού Παιδαγωγείου, το οποίο είχε ιδρύσει η αγγλικανική ιεραποστολική εταιρεία Church Missionary Society και διηύθυνε ο Γερμανός ιεραπόστολος Fr. Hildner. Είναι αποδεδειγμένο ότι τo ίδρυμα αυτό επιδίωκε τον εκπροτεσταντισμό των Ελλήνων, με απώτερο στόχο να χρησιμοποιηθούν ως ιεραπόστολοι των Τούρκων. Λειτούργησε για μισό σχεδόν αιώνα στην πόλη (1830 – 1877) και επέτυχε την εγκύκλιο κατάρτιση περισσότερων από 7000 Ελλήνων και Ελληνίδων, καθώς και την εκπαίδευση δασκάλων και διδασκαλισσών. Επιπλέον συνεισέφερε σημαντικά στη διασπορά  χιλιάδων προτεσταντικών βιβλίων και Βίβλων σε ολόκληρο το Ελληνικό Βασίλειο αλλά και σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Σμυρναίος, 2002).
Είναι βεβαίως γνωστή η σφοδρή αντιπάθεια των Προτεσταντών για τα ιδιάζοντα γνωρίσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα οποία χαρακτήριζαν συλλήβδην ως δεισιδαιμονία. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους, για τους οποίους αποφάσισαν να συμπεριλάβουν και τους Ορθοδόξους, αυτούς τους κατ’ όνομα μόνο χριστιανούς, όπως έλεγαν, στην παγκόσμια ιεραποστολική τους σταυροφορία που έλαβε χώρα το 19ο αιώνα. Η οργανωμένη και σταδιακή απαγκίστρωση των Ελλήνων απ’ ό,τι ουσιαστικά προσδιόριζε την Ορθοδοξία αποτελούσε την κρυφή επιδίωξη των ιεραποστόλων, παρότι προσποιούνταν ότι το έργο τους ήταν αποκλειστικά εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό. Η ιεραποστολική αυτή μεταμφίεση λειτουργούσε έτσι ως Δούρειος Ίππος, στο όνομα μιας καθαρότερης (purer) και περισσότερο αγιογραφικής εκδοχής του Χριστιανισμού (Μεταλληνός, 1977).
Κατά την έρευνά μας στα αρχεία της Church Missionary Society, που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, ανακαλύψαμε ότι η σχέση του Ευαγγελίδη με το Γερμανό ιεραπόστολο την περίοδο αυτή είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη πνευματική χροιά. Στόχος τους ήταν η οργάνωση ενός κοινού θρησκευτικού προγράμματος στα δυο εκπαιδευτήρια, με τη λειτουργία Κατηχητικού σχολείου τις Κυριακές και την ανάγνωση προτεσταντικών βιβλίων. Ο Ευαγγελίδης είχε αρχίσει μάλιστα να συχνάζει στις προτεσταντικές λειτουργίες που τελούνταν στο παρεκκλήσι του Παιδαγωγείου, ζητώντας επιπλέον από τον Hildner να τον προμηθεύσει με το ευχολόγιο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, το Common Prayer Book, έτσι ώστε να οργανώσει μέσα από αυτό την οικογενειακή του προσευχή (family worship). Τέλος, σε επιστολή του προς το Γερμανό ιεραπόστολο θα εκφράσει την ευαρέσκεια των συμπατριωτών του για την ανεκτίμητη προσφορά του Παιδαγωγείου στην ηθικοποίηση της συριανής κοινωνίας. Την επιστολή αυτή ο Hildner θα τη χρησιμοποιήσει για να αποδείξει στην εταιρεία του, η οποία βιαζόταν να αποκτήσει προσηλύτους, ότι δεν ματαιοπονεί εργαζόμενος τόσα χρόνια στη Σύρο και ότι ένας μυστικός προτεσταντικός σπόρος είχε ήδη προβεί σε μια αθόρυβη κατεργασία των συνειδήσεων, αν και οι καρποί θα έπρεπε να αναμένονται στις επόμενες γενιές.
Η θερμή υιοθεσία αυτής της προτεσταντικής διαγωγής από τον Ευαγγελίδη μας επιτρέπει λοιπόν να υποστηρίξουμε ότι και η παρεχόμενη στο Λύκειο αγωγή είχε αποκτήσει έναν ιδιάζοντα προτεσταντικό χρωματισμό. Η διείσδυση αυτού του πνεύματος στο ψυχισμό των περισσότερο ευαίσθητων ή ευάλωτων τροφίμων του ιδρύματος αποτελεί και την υπόθεση εργασίας της εισήγησης, με ειδικότερη αφορμή τα κείμενα και την πνευματική διάθεση του Ροΐδη.  Μελετητές του έργου του, όπως ο Κλέων Παράσχος, έχουν ήδη επισημάνει την ακατανόητη, κρύφια προτίμηση του Ροΐδη για την Προτεσταντική Εκκλησία, σταχυολογώντας έμμεσες κυρίως μαρτυρίες από το πρώτο του κιόλας συγγραφικό εγχείρημα, την Πάπισσα Ιωάννα (Παράσχος, 1942).
Είναι γνωστό ότι στην Πάπισσα Ιωάννα αποκαλύπτεται για πρώτη φορά σε νεοελληνικό κείμενο η σπαρταριστή διακωμώδηση της τελετουργίας, των εθίμων και των δογμάτων της Παπικής Εκκλησίας, με αφορμή την παράδοξη μορφή μιας γυναίκας, η οποία χειρίστηκε επιδέξια και απροσδόκητα τον αμοραλισμό της, κατορθώνοντας να φτάσει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα της Ρώμης. Αλλά είναι επίσης γνωστό ότι η σκαμπρόζικη διάθεση του Ροΐδη δεν αποδείχτηκε καθόλου φειδωλή ούτε απέναντι στην ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία. Και αν η σφοδρή αντίδραση της Ιεράς Συνόδου της εποχής τον ανάγκασε να προσποιηθεί ότι στόχος του μυθιστορήματός του ήταν η δεισιδαιμονία, η υποκρισία και η ασέλγεια των μοναχών του Δυτικού Μεσαίωνα, ο τρόπος που αφηγείται τα δρώμενα και οι κρίσεις που επισυνάπτει κάθε φορά δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι ουσιαστική του επιδίωξη ήταν ακριβώς η «κατειρώνευση» κάθε χριστιανικής δογματικής και τελετουργίας. Η Παναγία, οι άγιοι, τα μυστήρια, τα θαύματα, τα λείψανα, οι αγιογραφίες, η εκκλησιαστική μουσική, αποτελούσαν για τη ροϊδική πέννα ένα πρώτης τάξεως υλικό για την εξάσκηση ενός ολοκληρωτικά σαρκαστικού γυμνάσματος. Φροντίζοντας να αντιπαραβάλλει συνεχώς τα ιερά και τα βέβηλα, μέσα από ιδιότροπες παρομοιώσεις και αλλόκοτες συγκρούσεις λέξεων, αυτός ο αριστοτεχνικός καλλιεργητής του «παρά προσδοκίαν γράφειν», ο δημιουργός έκτοτε ενός ιδιαίτερου και αναγνωρίσιμου  συγγραφικού ύφους, πέτυχε απολαυστικά να μυκτηρίσει ό,τι θεωρούσε ότι αποπνέει τη δυσωδία της δεισιδαιμονίας.
Γιατί η δεισιδαιμονία αποτελούσε την πιο επικηρυγμένη πνευματική νόσο του 19ου αιώνα, ανάμεσα στους κύκλους των διαφωτιστών. Νόμιζαν ότι τη συναντούσαν παντού στην πορεία τους και ότι νόθευε ανεπανόρθωτα την καντιανή τους έξοδο από το βασίλειο της ανωριμότητας. Και ο εκκλησιαστικός χώρος έβριθε, κατά την κρίση τους, αφορμών δεισιδαιμονίας, γιατί εκεί ακριβώς συντελείτο η ανίερη μείξη εβραϊσμού και ειδωλολατρίας. Αυτήν τη μείξη επιθυμούσε να μαστιγώσει με τη σατιρική του γραφίδα και αυτός ο όψιμος συνεχιστής του Διαφωτισμού. Για το Ροΐδη,  οι θρησκείες, γενικώς, έμοιαζαν με τις γυναίκες. Όταν είναι νέες, «ούτε καλλωπισμών χρήζουσιν ούτε ψιμμυθίου… αλλ’ άμα γεράσωσιν, ανάγκη να καταφύγωσιν εις το φύκος και τα κοσμήματα, ίνα επ’ ολίγον ακόμη διατηρήσωσιν τους αραιούμενους θιασώτας» (Παράσχος, 1942). Αυτός ο διάκοσμος των παγανιστικών τελετουργιών επιτελούσε επιπλέον μια εξαιρετικά υπνωτική επιρροή στους οπαδούς των θρησκειών, η οποία με τη σειρά της κινητοποιούσε αυθόρμητα το αφυπνωτικό και καθαρτικό όπλο της σάτιρας του Ροΐδη.
Η Πάπισσα Ιωάννα αποτέλεσε λοιπόν μόνο την απροσδόκητη αφορμή. Στόχος του ήταν πάντοτε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Και γι’ αυτό πότε – πότε άφηνε να διαφανεί μια παράδοξη συμπάθεια ακόμη και για την ίδια την Εκκλησία της Ρώμης, αναγνωρίζοντας σ’ αυτήν κάποια στοιχεία εκσυγχρονισμού στο χώρο της γλυπτικής, της απεικονιστικής ζωγραφικής, και της «ηδυεπούς», όπως έλεγε, μουσικής. Αντίθετα, θεωρούσε ότι η Ανατολική Εκκλησία «καίτοι πρεσβυτέρα της αδελφής της, είτε εκ πενίας είτε εξ υπερηφανείας, επέμενε θέλουσα να ελκύει τους πιστούς δι’ ερρίνων ασμάτων και παραβλώπων παρθένων». Πολλούς αιώνες μάλιστα μετά το Σχίσμα, κατέληγε να δικαιολογεί τη ρωμαιοκαθολική προσαγόρευση των Ορθοδόξων ως σχισματικών, εφόσον επέμεναν να μην αναγνωρίζουν τη θρησκευτική αξία της μουσικής ενός Ροσσίνι και ενός Μότσαρτ.
Αλλά, αν αυτές οι αντιφατικές συμπάθειες αποδεικνύονταν οπωσδήποτε εφήμερες, εφόσον αυτό που φαινόταν να επιπολάζει στη διάθεσή του ήταν οπωσδήποτε ο θρησκευτικός αδιαφορισμός, η μυστική ροπή του προς τον Προτεσταντισμό προσδιόριζε αντίθετα μέσα του ένα σταθερό πυρήνα θρησκευτικής αναφοράς. Γιατί αυτά που πρωτίστως εξόργιζαν το Ροΐδη ήταν οι βυζαντινές «μαυρογραφίες», οι εκκλησιαστικές «κακοφωνίες», οι οποίες τον ανάγκαζαν, κατά τραγική ειρωνεία, να «φράσει τα ώτα» όταν «άπαξ του έτους» πορευόταν στην εκκλησία, οι νηστείες και οι ατελείωτες μονότονες ακολουθίες, η αυθεντία των Οικουμενικών Συνόδων και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι όλα  αυτά  βρίσκονταν διαρκώς στο στόχαστρο και των προτεσταντών ιεραποστόλων σε όλον τουλάχιστον το 19ο αιώνα.
Ήδη μέσα στην Πάπισσα Ιωάννα, μια και μοναδική ιερατική προσωπικότητα, ο άγιος Αγοβάρδος, σκιτσάρεται καθαρά ως μια πρώιμη μορφή διαμαρτυρίας απέναντι στις καταχρήσεις των ιερέων του Μεσαίωνα. Ήταν εκείνος ο οποίος «απέτρεπε τους πιστούς από των προσκυνήσεων, τα δε ελέη αυτών διέταττε να δίδονται εις τους πτωχούς». Ο Ροΐδης ομολογούσε με αγαλλίαση ότι «καγώ ήθελον ασπασθή μετά σεβασμού το κράσπεδον της εσθήτος αυτού» (Ροΐδης, 1988) γιατί ενσάρκωνε ακριβώς το προτεσταντικό πνεύμα μιας γενικής ιεροσύνης των πιστών, μακριά από την πρωτοκαθεδρία του ιερατείου. Επιπλέον, ο Ροΐδης αισθανόταν αλληλέγγυος με το όραμα της επιστροφής του κόσμου σε έναν αρχετυπικό χριστιανισμό,  γιατί έτσι θα διασφαλιζόταν η αναζωογόνηση των χριστιανικών κοινοτήτων. Αυτό ακριβώς το πνεύμα της προτεσταντικής νοσταλγίας αντιπροσώπευε και η μορφή του Τσέχου διαμαρτυρόμενου Ιωάννη Huss, ο οποίος μαρτύρησε στη φωτιά υπερασπιζόμενος την αποστολική, πρωτοχριστιανική θρησκευτικότητα (Παράσχος, 1842).
Η προτεσταντική ροπή του συγγραφέα μας θα φανεί όμως καθαρότερα σε ένα θρησκευτικό διαχωρισμό που κάνει στο έργο του Η Εορτή του Όνου κατά το Μεσαίωνα. Εκεί αισθάνεται υποχρεωμένος να διαστείλει τις χριστιανικές πεποιθήσεις των κατοίκων της Βόρειας και της Νότιας Ευρώπης. Από τη μια μεριά λοιπόν βρίσκονταν «οι ευδαίμονες και λεπτοφυείς κάτοικοι των ευκράτων χωρών», οι οποίοι ήταν ευχαριστημένοι από το φωτεινό τους κόσμο και ουσιαστικά δεν αποζητούσαν κανέναν άλλο. Η θρησκεία αυτών των νοτιοευρωπαίων ήταν πάντοτε «είδος τι δεισιδαίμονος κοσμολατρείας, τας αισθήσεις μάλλον ή την καρδίαν απασχολούσα», ήταν, αυτό που ονόμαζε αλλού, «ο ψευδοευλαβής επικουρισμός των μεσημβρινών» (Ροΐδης, 1978).
Αντίθετα, η θρησκεία των βορείων, ο Προτεσταντισμός, εξέφραζε ακριβώς «μια ειλικρινή υπερφυσική μέριμνα», γιατί το φυσικό περιβάλλον, αιώνες πριν από τη Μεταρρύθμιση, ασκούσε πάνω τους μια υποβλητική και έμφοβη θρησκευτική επίδραση. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν κατόρθωσε μάλιστα ποτέ να την ξεριζώσει και ο ερχομός του Λουθήρου και του Καλβίνου απλώς απελευθέρωσε την προαιώνια αυτή ροπή, επιτρέποντας έτσι στο Ροΐδη να χαρακτηρίσει τον Προτεσταντισμό ως «θρησκευτική παλιγγενεσία». Αυτή η ειλικρινής μέριμνα των Βορείων συνδυαζόταν όμως και με μια έντονη δίψα για ιδανικά, κάτι που απουσίαζε εντελώς, κατά την αντίληψή του, από τους συγχρόνους του Νεοέλληνες. Στους τελευταίους έλλειπε ακριβώς «της υπερφυσικότητος ο λοβός», που ήταν χαρακτηριστικός στους προτεστάντες του Βορρά. Οι Νεοέλληνες επιδείκνυαν μια επιπόλαιη θρησκευτικότητα, ένδειξη της γενικότερης πνευματικής τους πενίας, η οποία ούτε πολιτισμό ούτε θρησκεία αληθινή μπορούσε να αναδείξει. Ο Ροΐδης θεωρούσε λοιπόν ότι ο Χριστιανισμός μόνο επιφανειακά είχε αγγίξει τις ψυχές των Ελλήνων, εφόσον δεν συναντούσε σ’ αυτούς «ούτε φόβον, ούτε μέριμναν των μετά τάφον, ούτε αναίτιον μελαγχολίαν, ούτε ασκητικήν απογοήτευσιν εκ των επιγείων ή ίχνος μυστικισμού».
Η κλίση του Ροΐδη προς την Προτεσταντική Εκκλησία οφειλόταν, σύμφωνα με τον Παράσχο, σε κάποιον ανομολόγητο θαυμασμό του για τους θρησκευτικούς ανθρώπους και μόνο ο έκδηλος και ακατανίκητος επικουρισμός του τον εμπόδισε τελικά να προσχωρήσει σ’ αυτήν. Η έρευνά μας υποδεικνύει λοιπόν ότι με τη χαρισματική προσωπικότητα του Ευαγγελίδη ο Ροΐδης θα πρέπει να συνδιαλέχθηκε ενδόμυχα και βασανιστικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναφορά του διάσημου συγγραφέα στον προικισμένο δάσκαλό του, στα περίφημα Συριανά διηγήματα, είναι παράδοξα αδιάφορη, ενώ αντίθετα διακωμωδεί έντονα τη ιδρυματική του διαβίωση στο οικοτροφείο, αφήνοντας να διαφανεί παράλληλα και η τραγική του μοναξιά. Ο Ευαγγελίδης φαίνεται ότι αποτελούσε για το Ροΐδη ένα δυσπρόσιτο ηθικό ανάστημα, το οποίο συγκέντρωνε επιπλέον μια σειρά από σπάνια και ελκυστικά γνωρίσματα. Ήταν μια παιδαγωγικά ευαίσθητη προσωπικότητα, με έντονο δυναμισμό, με υπερελλαδική αίγλη, έχοντας ταυτόχρονα τα υψηλά εκπαιδευτικά και κοινωνικά εχέγγυα μιας δυτικής παιδείας, που επέσυρε αναπότρεπτα το θαυμασμό (αλλά και τη ζήλια) των εντοπίων. Όλα αυτά προσέδιδαν στην, έτσι κι αλλιώς, αναμενόμενη εφηβική σύγκρουση μια ιδιαίτερα τραγική διάσταση, εφόσον η μάχη ήταν αντικειμενικά αδύνατο να βρει έδαφος στην υφιστάμενη συνειδητή πραγματικότητα και αναγκαζόταν να διολισθήσει εξ ολοκλήρου στα βάθη του υποσυνειδήτου, όπου ο εξαιρετικά ευαίσθητος ψυχισμός του Ροΐδη καλείτο να ανασυντάξει τα δεδομένα και να επιχειρήσει τη διύλισή τους.
Ο νεαρός Χιώτης, πριν έρθει στη Σύρο, ζούσε για μια οκταετία στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Γένοβας, σε μια οικογένεια οικονομικά εύρωστη, με ισχυρή την κοραϊκή, διαφωτιστική παράδοση (Αγγέλου, 1999). Ανέπνεε σε μια, κάθε άλλο παρά θρησκευτική, ατμόσφαιρα, όπου οι εμπορικές υποθέσεις, η διεκδίκηση του κέρδους, η οικοδόμηση του κοινωνικού γοήτρου αλλά και η μορφωτική μέριμνα αποτελούσαν την καθημερινή του τροφή. Επιστρέφοντας στην Ερμούπολη έπρεπε λοιπόν να συνδυάσει αυτήν την πλούσια και φιλελεύθερη οικογενειακή παράδοση με την ιδρυματική πραγματικότητα του Λυκείου και τον πουριτανισμό του χαρισματικού διευθυντή του. Η θαυμαστή ετερογένεια αυτών των υλικών είχε μάλιστα αποκτήσει μια επείγουσα προοπτική: ο Ροΐδης έπρεπε μόνος του πλέον να χειριστεί την ανασφάλειά του και τη βοώσα εφηβεία του και να αποφασίσει για τις προτεραιότητες που ανοίγονταν εμπρός του. Το ηθικό πρόταγμα που ενσάρκωνε η προσωπικότητα του Ευαγγελίδη πέρασε λοιπόν στο υποσυνείδητο του νεαρού τροφίμου, λειτουργώντας ως άλλοθι αλλά και ως έρμα στις τρικυμίες του βίου.  Παρότι ο Ροΐδης αισθανόταν άθεος, ένας άθεος, ο οποίος στο τέλος της ζωής του ομολογούσε τη θλίψη του που δεν μπορούσε να πειστεί για τη θεότητα του Χριστού, είχε διδαχτεί να πιστεύει ότι ο Προτεσταντισμός, με τη μινιμαλιστική, στοιχειώδη θρησκευτικότητά του, ανταποκρινόταν στη «βαθύτερη ηθική φύση του ανθρώπου», την απαλλαγμένη από ειδωλολατρικά επιχρίσματα (Παράσχος, 1942).
Είναι βέβαιο ότι η ετερογονία των σκοπών υπαγόρευσε στο τέλος μια οπωσδήποτε διαφορετική θρησκευτική πορεία παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου, χωρίς όμως να αναιρείται το γεγονός ότι η επιρροή του Ευαγγελίδη στο νεαρό μαθητή του ήταν ουσιαστική. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή, αν ισχυριζόμασταν ότι ο Ροΐδης, επιλέγοντας την οδό του σαρκασμού ως το προσφορότερο μέσο για την αντιμετώπιση του εσωτερικού του διχασμού, επιβεβαίωσε ακριβώς την ουσία και την πηγή του σαρκαστικού πνεύματος. Ο νεοελληνικός βίος, με την ποικιλότροπη καθήλωσή του, ιδωμένη μέσα από τους μεγεθυντικούς φακούς μιας τέτοιας ευφυούς και εκλεπτυσμένης προσωπικότητας, αποτελούσε ένα απολαυστικό, όσο και τραγικό, πεδίο βολής. Τα όρια αυτής της αμβλυωπίας δεν τα όρισε ποτέ. Θεωρούσε ότι «..εις την ημετέραν αναλγησίαν αρμόζει…ιδιαίτερον κωμικόν άλας, και άλας μάλιστα γνησίως αττικόν, δριμύ δηλ. και χονδροκοπανισμένον». Αυτός ο «διορθωτής του ρωμαίικου», παρότι αποστρεφόταν τον χαρακτηρισμό (Αγγέλου, 1999), έβαφε με μια δραματική αυταρέσκεια κάθε φράση του «εις την χύτραν εκείνην των στριγγλών του μεσαίωνος, την περιέχουσαν ιόν εχίδνης, αφέψημα κωνίου και σίελον κυνός λυσσώντος» (Ροΐδης, 1978). Ο σαρκασμός του, μια ασυνείδητα αντεστραμμένη ηθικολογία, αποτελούσε πάντοτε μια στάση ζωής και η ανεξέλεγκτη ευφυολογία ήταν το καθημερινό του βρώμα.
Δεν είναι παράδοξο λοιπόν, αν ο σατιρικός πληθωρισμός του Χιώτη συγγραφέα απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μια Εκκλησία την οποία θεωρούσε αρκούντως υπεύθυνη για το νεοελληνικό μαρασμό, έβρισκε ένα σχεδόν ανομολόγητο άλλοθι στον Προτεσταντισμό. Εκείνη η κρίσιμη, εφηβική, προτεσταντική προπαιδεία στο Ελληνικόν Λύκειον Ερμουπόλεως  φαίνεται ότι του παρείχε ένα ιδεολογικό υπόβαθρο, το οποίο βέβαια ελάχιστα  μπορούσε  να ενστερνιστεί,  του πρόσφερε όμως τη δυνατότητα να μην ολισθήσει πλήρως στη ματαιότητα των υποκατάστατων. Τα Χριστούγεννα του 1895, εννιά χρόνια πριν το θάνατό του, προσπαθώντας να υπερβεί την επετειακή ρητορεία της ημέρας, θα ομολογήσει στην εφημερίδα Ακρόπολη:
«Αν πολλοί, δυστυχώς, υπάρχουσιν οι μη κατορθώσαντες να πιστεύσωσιν εις την θεότητα του Χριστού, δύσκολον αφ’ ετέρου θα ήτο να ευρεθώσι οι μη λυπούμενοι δια τούτο, αφ’ ου καθ’ εκάστην ολιγοστεύει η ελπίς αναπληρώσεως της πίστεως ταύτης δι’ άλλης οιασδήποτε και αποδεικνύονται η Φιλοσοφία και η Επιστήμη φαντάσματα πολύ ματαιότερα της θρησκείας» (Ροΐδης, 1978).
Γι’ αυτόν, ο οποίος στην Πάπισσα Ιωάννα αποφαινόταν ότι «ο κ α λ ό ς   χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς  αποστρέφεται τους αναμιγνυομένους εις την θρησκείαν, ίνα καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της κεκαρμένης ή πολυμάλλου κεφαλής των εφευρέσεις…», εννοώντας τα θαύματα, τα λείψανα και τις εικόνες και υποδεικνύοντας τη θρησκευτική και ψυχολογική καταγωγή του σαρκασμού του, γι’ αυτόν ο Προτεσταντισμός αποτελούσε ένα μυστικό πρότυπο που εντέχνως αποσιωπούσε. Η μόλις διαφαινόμενη, επίφοβη επίκληση σε εκείνη την υπέρτερη, και συνεπώς εκ του ασφαλούς, ανέφικτη θρησκευτικότητα των βορείων, τη γεωγραφικά και φυλετικά ουτοπική για τους Έλληνες, θεωρούμε ότι ανοίγει το δρόμο μέσα στο ροϊδικό έργο για να στοιχειοθετηθεί μια θεωρία της υπεκφυγής, ένα τραγικό, οπωσδήποτε σχόλιο πάνω σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη και προικισμένη προσωπικότητα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  • Αγγέλου, Α. (1999) Εισαγωγή στο βιβλίο του Εμμ. Ροΐδη, Σκαλαθύρματα. (Αθήνα, Εστία)
  • Βικέλας, Δ. (1977) Άπαντα, Α΄. (Αθήνα, Σ.Ω.Β.).
  • Δρακάκης, Α. (1987) Ελληνικόν Λύκειον Χρήστου Ευαγγελίδη (Ερμούπολις 1846 – 1857), Κυκλαδικά Θέματα,22, σσ. 195 – 218.
  • Λάζος, Χρ. (1984) Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821 (Αθήνα, Παπαζήσης).
  • Μεταλληνός, Γ.Δ (1977) Το Ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την Νεοελληνικήν κατά τον ΙΘ΄ αιώνα. (Αθήνα).Παράσχος, Κλ. (1942) Εμμ. Ροΐδης. Η Ζωή, το Έργο, η Εποχή. (Αθήνα).
  • Ροΐδης, Εμμ. (1978), Άπαντα. (Αθήνα, Ερμής).
  • Ροΐδης, Εμμ. (1988), Η Πάπισσα Ιωάννα. (Αθήνα, Ερμής).
  • Σμυρναίος, Α. (2002) Προτεσταντικά Σχολεία στη μετεπαναστατική Ελλάδα: η περίπτωση του ‘Φιλελληνικού Παιδαγωγείου’ Σύρου (1830 – 1877). (Αδημ. διδακτ. διατριβή,Αθήνα).
  • Georgiadis, J (1994 – 1995) The Greek Boy, Modern Greek Studies Yearbook, University of Minnesota, 10/11, pp. 603 – 627.
  • ΠΗΓΗ:tvxs.gr

ΚΥΜΗ :ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

 Κωμόπολη χτισμένη αμφιθεατρικά σε καταπράσινη περιοχή, η αρχοντική και φιλόξενη Κύμη προσφέρει θαυμάσια θέα στο Αιγαίο. Στην Κύμη γεννήθηκε, μεταξύ άλλων, ο διαπρεπής γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου, που έγινε παγκόσμια γνωστός για το επιστημονικό έργο του (PAP TEST, μέθοδος έγκαιρης διάγνωσης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας).

Τα πετρόχτιστα σπίτια και αρχοντικά, τα πλακόστρωτα στενά και η κεντρική πλατεία με το μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου αποτελούν ενδιαφέροντα δείγματα της κουμιώτικης αρχιτεκτονικής.

Η κωμόπολη με την αξιόλογη ναυτική παράδοση (η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού της Κύμης ιδρύθηκε το 1955) φημίζεται για τα μεταξωτά της («κουκουλάρικα κάντρα»), τα αποξηραμένα σύκα της και τα παραδοσιακά γλυκά της.

Τα παραδοσιακά κουμιώτικα προϊόντα


Πιστές στην παράδοση, που περνά από γενιά σε γενιά, από χέρι σε χέρι, οι γυναίκες του Αγροτικού Σηροτροφικού Συνεταιρισμού Κύμης σχεδιάζουν, κόβουν και ράβουν τα ονομαστά μεταξωτά της περιοχής, τα «κουκουλάρικα κάντρα» (χειροτεχνήματα κατασκευασμένα από κουκούλια). Στο εκθετήριο του συνεταιρισμού εκτίθενται παραδοσιακά κουμιώτικα προϊόντα.

Οι γευστικές απολαύσεις της Κύμης

Η Κύμη φημίζεται για τα αποξηραμένα σύκα της (προϊόν με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης) και τα παραδοσιακά γλυκά της (μπακλαβά, αμυγδαλωτά, γλυκά από μούστο, όπως σουτζούκια και χαϊμαλιά).

Στα σημαντικότερα αξιοθέατα της Κύμης και της ευρύτερης περιοχής συγκαταλέγονται τα ακόλουθα:
Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου

Το Λαογραφικό Μουσείο

Το Μουσείο, που ιδρύθηκε το 1981 από το Μορφωτικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο Κύμης, στεγάζεται σε νεοκλασικό του τέλους του 19ου αιώνα. Στα πολυάριθμα εκθέματα περιλαμβάνονται υφαντά, κεντήματα, ενδυμασίες, αντικείμενα μεταλλοτεχνίας, κεραμικά, ξυλόγλυπτα, δείγματα λαϊκής ζωγραφικής και λιθογλυπτικής.

Η Παραλία Κύμης

Γραφικός παραθεριστικός οικισμός και λιμάνι με μεγάλη αλιευτική δραστηριότητα. Οι επισκέπτες του οικισμού συγκεντρώνονται στις ψαροταβέρνες, τα καφέ μπαρ και τα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής κατά μήκος της παραλιακής ζώνης. Το επίνειο της Κύμης συνδέει ακτοπλοϊκώς την Εύβοια με τη Σκύρο.

Η μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα

Το μοναστηριακό συγκρότημα, που ιδρύθηκε πιθανώς το 15ο αιώνα, είναι χτισμένο σε απόσταση 5 χλμ Β από την Κύμη, σε περιοχή με όμορφη θέα.

Η Πλατάνα

Γραφικός παραθαλάσσιος οικισμός, με παραδοσιακό χρώμα και μεζεδοπωλεία.

Το Στόμιο (παραλία Οξύλιθου)

Όμορφη παραθαλάσσια περιοχή με εκτεταμένη αμμουδιά, όπου εκβάλλει ο ποταμός Μανικιάτης.

Το κάστρο του Αγίου Γεωργίου

Σώζονται λείψανα οχύρωσης Μεσαιωνικών Χρόνων στην ομώνυμη κορυφή με την πανοραμική θέα.

Η Χηλή

Παραθαλάσσιος οικισμός με βραχώδεις δαντελωτές ακρογιαλιές. Μπροστά της, το ομώνυμο νησί.

Η Ενορία

Υπέροχο οικιστικό σύνολο, χτισμένο αμφιθεατρικά, με νησιώτικο χρώμα και μοναδική θέα στο Αιγαίο.

Οι Καλημεριάνοι

Ορεινό χωριό με θαυμάσια θέα, όμορφα σπίτια και αρχοντικά, καθώς και την εκκλησία της Ευαγγελίστριας.

Οι όρμοι Τσίλαρο και Θαψά

Επιβλητικό το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, υπέροχες οι παραλίες των όρμων.

Πατήστε εδώ για να βρείτε όλα όσα θα θέλατε να γνωρίζετε για την Κύμη και την ευρύτερη περιοχή.
in.gr

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Με τη χρήση των νέων τεχνολογιών η αναδημιουργία ψηφιακά "Της πόλης κάτω από τα κύματα:Παυλοπέτρι"



Μία από τις αρχαιότερες βυθισμένες πόλεις, λίγα λεπτά από την Παντάνασσα στα Νότια της Λακωνίας, αναδημιουργήθηκε ψηφιακά, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της τεχνολογίας, σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC.

Ένα λιμάνι, σπίτια με κήπους, ρούχα απλωμένα στις αυλές, δρόμοι και πλατείες, συνθέτουν μία πόλη με στοιχεία από τον σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής. Μόνο που εδώ μιλάμε για την εποχή του Χαλκού!

Το Παυλοπέτρι ήταν μια πόλη με άριστη ρυμοτομία, που περιλάμβανε ένα πολύ καλά κατασκευασμένο οδικό δίκτυο. Ανεξάρτητες και μη οικίες μέχρι και δύο ορόφων, συνυπήρχαν με δημόσια κτίρια. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πολύπλοκο σύστημα διαχείρισης του νερού που σύμφωνα με τα ευρήματα περιλάμβανε κανάλια και υδρορροές.

"Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για την αρχαιότερη βυθισμένη πόλη του κόσμου",
δηλώνει στην κάμερα του BBC ο Δρ. Τζον Χέντερσον, καθηγητής υποθαλάσσιας αρχαιολογίας του πανεπιστημίου του Νότινγχαμ.

Αυτά που ανακάλυψαν ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Βρήκαν μια πόλη με κτίρια, πλατείες, δρόμους και μνημεία. Ο βυθός είναι γεμάτος με διασκορπισμένα αγγεία. Στην ίδια περιοχή εντοπίστηκε μεγάλο κτίριο, μήκους 35 μέτρων, που μάλλον αποτελούσε έδρα και κατοικία της πολιτικής ηγεσίας της πόλης.

Οι επιστήμονες προσπαθούν να βρουν την απάντηση στο ερώτημα γιατί βυθίσθηκε η πόλη. Υπάρχουν τρεις θεωρίες. Η πρώτη είναι ότι ανέβηκε σταδιακά η στάθμη της θάλασσας, η δεύτερη ότι υποχώρησε το έδαφος και η τρίτη ότι βυθίσθηκε από τσουνάμι.
ΠΗΓΗ: NOOZ.GR
π

Doris PACK: "Η ανακατασκευή ιστορικών μνημείων όπως της θρυλικής πετρογέφυρας Κοράκου στην Κοιλάδα του Αχελώου αποτελεί πρόκληση για τη σύγχρονη πολιτισμική Ευρώπη"



Την ανακατασκευή της Γέφυρας Κοράκου στην Κοιλάδα του Αχελώου ζητά με παρέμβασή της η Γερμανίδα Doris PACK, Πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτισμού του Ευρωπαϊκού...
Κοινοβουλίου,  με αφορμή τα 65 χρόνια από την ανατίναξη  και τα 500 από την κατασκευή της.
Στην δήλωσή της η ίδια αναφέρει:

"Ο πολιτιστικός πλούτος της Κοιλάδας του Αχελώου μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Η πολιτιστική κληρονομιά κάθε λαού, κάθε έθνους αποτελεί ενιαίο σύνολο που βοηθά τους ανθρώπους να συνδέσουν το παρόν με το παρελθόν τους, πραγματοποιώντας με αυτό τον τρόπο μια ζωτικής σημασίας λειτουργία. Η ανακατασκευή τέτοιων ιστορικών μνημείων αποτελεί πρόκληση για τη σύγχρονη πολιτισμική Ευρώπη.

Η γέφυρα Κοράκου συνδέεται άμεσα και απτά με ιστορικά γεγονότα και ζωντανές παραδόσεις, ιδέες και πεποιθήσεις, της περιοχής η οποία είναι ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς και σημασίας. Αποτελούσε δε εξέχον και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μειζόνων σταδίων εξέλιξης της ιστορίας της Κοιλάδας του Αχελώου.

Ο Πολιτιστικός πλούτος της περιοχής αναδικνύει  μια σημαντική εξέλιξη των ανθρωπίνων αξιών εντός της  συγκεκριμένης πολιτιστικής περιφέρειας αναφορικά με την αρχιτεκτονική, τα μνημεία και τον σχεδιασμό του τοπίου.
Οι πολιτισμένες κοινωνίες οφείλουν να στρέφουν το βλέμμα τους και προς τα πίσω στο βάθος του χρόνου, αποδίδοντας τα δέοντα όπου πρέπει."

Λίγα λόγια για την ιστορία της Γέφυρας Κοράκου.

Η Γέφυρα αυτή έχει τη δική της, ένδοξη αλλά… πικρή και ταραγμένη ιστορία.

Στην ιστορία της γέφυρας Κοράκου, τις περιπέτειές της στην πορεία του χρόνου, βρίσκουμε επάνω της τα σπέρματα των κατά καιρούς διχασμών και «ιδεολογικών» αντιπαραθέσεων στην σύγχρονη ιστορία μας που τόσα κακά επισώρευσαν σε αυτόν τον τόπο με αποκορύφωμα την καταστροφή της ίδιας γέφυρας πριν 65 χρόνια.

Η γέφυρα ανατινάχθηκε το 1949 από άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού, σε μια προσπάθεια να ανακόψουν την επίθεση που δέχονταν.

Έζησε για 435 χρόνια αντέχοντας σε σεισμούς και τις μανιασμένες κατεβασιές του Αχελώου μέχρι που έπεσε κι αυτή θύμα του Εμφυλίου. Σήμερα 28 Μαρτίου συμπληρώνονται 65 χρόνια από την ανατίναξή της και 500 από την κατασκευή της.

Στα πόδια του Φέλλου Πετρωτού (Λιασκόβου) Αργιθέας Καρδίτσας, στο συνοικισμό Συκιάς-θέση Πυργάκι ή Σκαλούλα κοντά στα Ξερικούλια και στα πόδια του Κοκκινόλακου των Πηγών (Βρεσθενίτσας) Άρτας (Φράξος-πλαγιά Τσολάκη), όπου ο Αχελώος ή Άσπρος ή Ασπροπόταμος χωρίζει τους δυο νομούς χτίστηκε το 1514-1515 η περίφημη μονότοξη πέτρινη καμάρα « Η Γέφυρα του Κοράκου» ή «το Κορακογιοφύρι » ή ποιητικά «του Κόρακα το διόφυρο» ή «του Άσπρου το γιοφύρι». Το ιστορικό γεφύρι χτίστηκε από το Μητροπολίτη των γεφυριών Βησσαρίωνα το Β΄ μητροπολίτη Λάρισας που δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία για αυτό και δεν έβαλε το όνομά του ως χορηγός παρά την ονόμασε «του Κοράκου»  λόγω του ύψους της και «επειδή την ημέρα των εγκαινίων σταθείς εις το μέσον της γέφυρας και ερωτών: "πώς με βλέπετε;", οι μαστόροι του απήντησαν: σαν κόρακα, αυτός τους είπε: "ε, τότε γέφυρα του Κοράκου να είναι το όνομά της"».
 Οι περιοχές Αργιθέας και Τετραφυλλίας και γενικότερα οι νομοί Καρδίτσας - Άρτας, αν και συνορεύουν, αποκόπηκαν ώς το 1961, οπότε και κατασκευάσθηκε η σημερινή αμαξογέφυρα.
Με το σκεπτικό ότι η «αλυσίδα» πολιτισμού πρέπει να έχει όλους τους κρίκους της, μαζί με την ανακατασκευή του γεφυριού το αίτημα σήμερα περιλαμβάνει την αναστήλωση των τουρκικών φυλακίων που υπήρχαν εκατέρωθεν της γέφυρας και την ανάδειξη της επιχωματωμένης Κουτσοκαμάρας, ενός μικρότερου γεφυριού στην περιοχή. Το Κορακογιόφυρο, όπως είναι επίσης γνωστή η γέφυρα Κοράκου, δεν ήταν απλώς ένα πετρογέφυρο. Αποτελεί θρύλο, ιστορία, πολιτισμό. Η δε τέχνη και τεχνική του θεωρούνται αξεπέραστη. Ήταν κτισμένο πάνω στον άξονα της αρχαίας οδού Τρίκκης -Γόμφων - Αργιθέας - Αμβρακίας και είχε μεγάλη στρατηγική και εμπορική σημασία. Ήταν η μεγαλύτερη μονότοξη γέφυρα των Βαλκανίων, καθώς το άνοιγμα στην βάσης της ήταν 48 μέτρα, το μεγαλύτερο ύψος της 26, το πλάτος της 2,30 ενώ η απόσταση από την μία άκρη έως την άλλη ήταν 80 μέτρα. Λέγεται ότι ειδικά τις μέρες της βαρυχειμωνιάς το πέρασμα της γέφυρας προκαλούσε φόβο και δέος. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι της περιοχής θυμούνται ότι, σε πολλές περιπτώσεις, όσοι είχαν υψοφοβία τους έδεναν τα μάτια. Τη γέφυρα φρουρούσαν δυο Κούλιες, όπως ονομάζονταν τα τουρκικά φυλάκια, η μία από την πλευρά της Αργιθέας και η δεύτερη στην πλαγιά κάτω από τις Πηγές της Άρτας. Στις Κούλιες, που ήταν πέτρινα διώροφα κτίρια υπηρετούσαν τούρκοι φύλακες, που επόπτευαν το πέρασμα και το προστάτευαν από δολιοφθορά.

Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί επιστημονικές ημερίδες, με θέμα την προώθηση του ζητήματος για την ανακατασκευή του γεφυριού.

Έχει δε ξεχωριστή σημασία το γεγονός ότι την όλη προσπάθεια την έχει αναλάβει αμιγώς η κοινωνία της περιοχής εκπροσωπούμενη από τους φορείς και τους συλλόγους οι οποίοι και οργάνωσαν και οργανώνουν ημερίδες, δημόσιες συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, εξέδωσαν βιβλία, ενημερωτικά και εκπαιδευτικά έντυπα.

Η ανακατασκευή της ιστορικής γέφυρας Κοράκου είναι καιρός να δρομολογηθεί, και προϋποθέτει τη συμμετοχή και τη βοήθεια των απλών ανθρώπων των βουνών μας στον κοινό αγώνα για πρόοδο και εξέλιξη.

Το ενδιαφέρον των ανθρώπων της περιοχής δεν είναι όψιμο, η διαπίστωση ότι υπάρχει ανάγκη για νέα σύνδεση των Νομών Καρδίτσας - Άρτας πιέζει και μάλιστα ασφυκτικά, ενώ αποτελεί σε ένα βαθμό και ανεξόφλητο χρέος προς εκείνους που έζησαν σε δύσκολες συνθήκες και ταλαιπωρηθήκαν για να κρατηθεί ζωντανή και βιώσιμη η περιοχή.

Το σημαντικό αυτή την περίοδο είναι η έναρξη μιας νέας συνεργασίας –πρωτοβουλίας, στην οποία συμμετέχουν Ευρωπαϊκοί θεσμοί και διεθνώς αναγνωρισμένες προσωπικότητες στα πολιτισμικά θέματα, οι οποίες και ζητούν με δηλώσεις τους την ανακατασκευή της ιστορικής γέφυρας Κοράκου.  Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται ένα Ευρωπαϊκό κίνημα για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κοιλάδας του Αχελώου.




ΠΗΓΗ: tromaktiko




Ο πολιτισμός ταξιδεύει Χάλκη, Ηρακλειά, Σχοινούσα, Θηρασιά, Αρκιούς, Πάτμο, Λειψούς, Καστελόριζο, Κάρπαθο, Γαύδο

Το πρόγραμμα «Αγονη Γραμμή Γόνιμη», το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό και πολιτιστικό πρόγραμμα στα απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου, συνεχίζεται και φέτος για όγδοη χρονιά, υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και με την υποστήριξη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης και περιλαμβάνει από εργαστήρια αυτόματου ελέγχου και ρομποτικής, σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μέχρι μαθήματα χιπ χοπ από τον αφρικανικής καταγωγής περφόρμερ Mc Yinka.
Οι μαθητές των (δέκα) ακριτικών νησιών έχουν φέτος την ευκαιρία να μυηθούν στους κανόνες του κουνγκ φου από τον παγκόσμιο πρωταθλητή Γιώργο Διβάνη, να πάρουν μέρος σε μουσικά εργαστήρια πιάνου και κιθάρας που διδάσκουν καθηγητές του Ωδείου Φίλιππος Νάκας, να διδαχτούν την τέχνη του ψηφιδωτού από την Ειρήνη Συριανού, να γυμναστούν με τη μέθοδο πιλάτες υπό τις οδηγίες της Κλέας Σαμαντά, να παρακολουθήσουν σεμινάρια φλαμένκο από το δυναμικό του Studio Flamenco Pellizco.
Στις φετινές δραστηριότητες έχει ενταχθεί επίσης το Κινητό Πλανητάριο (Mini Planetarium)καθώς και ένα ξεχωριστό παιχνίδι θησαυρού για όλη την οικογένεια («Βρες Αν το Θες»).
Ο πολιτισμός ταξιδεύει στα ακριτικά νησιά
Στην Ηρακλειά, σταθερό προορισμό του προγράμματος «Αγονη Γραμμή Γόνιμη» από το 2007, το μουσικό εργαστήριο πιάνου σε μαθητές του γυμνασίου του νησιού έχει ήδη ξεκινήσει και όπως δηλώνει ο διευθυντής του σχολείου, Γ. Γαβαλάς, «η προσφορά του προγράμματος σε γνώσεις, άθληση και πολιτισμό, είναι ανεκτίμητη. Οι δωρεές σε πάγιο υλικό εξοπλισμό, όπως το πιάνο, μεγάλης αξίας για όλους. Κάθε χρόνο ανυπομονούμε για την άφιξη των μελών της ομάδας, που γεμίζουν δημιουργικά τους χειμερινούς μήνες το νησί μας».
Τα εργαστήρια ψηφιδωτού στην Πάτμο ξεκίνησαν στις αρχές Φεβρουαρίου και σύμφωνα με τη διευθύντρια του γυμνασίου του νησιού, Χρ. Δελημάρου, «παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες -λίγος χρόνος, μεταφορά των υλικών κ.ο.κ.- στέφτηκαν από επιτυχία. Ελπίζουμε στη συνέχεια της δράσης».
Εργαστήρια μουσικής, ψηφιδωτού αλλά και συναυλίες από την ΚΟΑ πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος «Αγονη Γραμμή Γόνιμη»
Εργαστήρια μουσικής, ψηφιδωτού αλλά και συναυλίες από την ΚΟΑ πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος «Αγονη Γραμμή Γόνιμη»
Μαθήματα ψηφιδωτού πραγματοποιούνται και στο Δημοτικό Σχολείο Αρκιών, ο προϊστάμενος του οποίου, Θωμάς Ντίνος, αναγνωρίζει πως «τέτοιες πρωτοβουλίες μας κάνουν να πιστεύουμε και να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο αύριο για τη χώρα μας».
Εξίσου θερμά είναι τα σχόλια των κατοίκων και των εκπαιδευτικών της Θηρασιάς. Οπως αναφέρει ο διευθυντής του τοπικού γυμνασίου, Κ. Λιοντήρης, σε ευχαριστήρια επιστολή του, «το υλικό που μας αποστείλατε (βιβλία για τη βιβλιοθήκη, χάρτες, γεωμετρικά όργανα, μπάλες, παζλ, τέμπερες, φαρμακείο, αναλώσιμα, software) θα χρησιμοποιηθεί για να καλύψει ουσιαστικές ανάγκες και ελλείψεις του σχολείου μας. Με την ενέργειά σας αυτή μας δώσατε δύναμη να συνεχίσουμε και το δικό μας δύσκολο έργο σ' αυτό το μικρό νησί με τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες».
«Βάζουμε ξανά στον χάρτη τους Ακρίτες του Αιγαίου»
Πολύτιμοι σύμμαχοι του προγράμματος «Αγονη Γραμμή Γόνιμη» παραμένουν η Εθνική Λυρική Σκηνή και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα για τρίτη και έκτη χρονιά αντίστοιχα. Οπως επισημαίνει ο διευθυντής της ΕΛΣ Μύρων Μιχαηλίδης, «ο πολιτισμός δεν περιορίζεται μονάχα στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά αφορά όλους, ιδιαίτερα δε τους κατοίκους των απομακρυσμένων νησιωτικών περιοχών που βιώνουν έναν δύσκολο χειμώνα με συνεχή προβλήματα στις καθημερινές μετακινήσεις τους και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους».
Συναυλίες
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα ταξιδέψει φέτος στην Πάτμο, στους Αρκιούς, τους Λειψούς, στο Καστελόριζο, στη Γαύδο και στη Σχοινούσα. Σύμφωνα με τον διευθυντή της, Βασίλη Χριστόπουλο, «βάζουμε ξανά στον χάρτη τους Ακρίτες του Αιγαίου. Και ταξιδεύουμε μέχρι το νοτιότερο και μέχρι το ανατολικότερο άκρο της Ελλάδας με ορθάνοιχτα πανιά και προορισμό που ανταποκρίνεται σε ό,τι θεωρούμε χρέος μας, στο πλαίσιο της κοινωνικής και εκπαιδευτικής αποστολής της πρώτης ορχήστρας της χώρας».
Πέρα από τις συναυλίες της ΕΛΣ και της ΚΟΑ, το φετινό πρόγραμμα είναι εμπλουτισμένο και με εμφανίσεις των μουσικών Απ. Καλτσά, Σ. Παπαλάμπρου και Σ. Μπαρκή καθώς και του μουσικοχορευτικού σχήματος «Caja Secrteta» που αντλεί τη θεματολογία του από την τέχνη του φλαμένκο.
ΠΗΗ: ΕΘΝΟΣ,ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ

Οι χορευτές "μιλούν" μέσα από τον χορό τους

Παρακολουθώντας χορευτικές παραστάσεις, δεν είναι λίγες οι φορές που το βλέμμα του θεατή στρέφεται γύρω από μεμονωμένες κινήσεις που ορίζουν τις φιγούρες των χορευτών. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί διαφοροποιούνται οι κινήσεις και η στάση του σώματος ανάμεσα στα δύο φύλα; Ποιες τεχνικές “ντύνουν” τα συναισθήματά τους και “ενεργοποιούν” όλες εκείνες τις προσποιητές εκφράσεις που πρέπει να μεταφέρουν με το πρόσωπο και το σώμα τους, στο κοινό;

Μία ομάδα χορευτών επί σκηνής θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τον χορό που στήνουν οι μέλισσες, τον χορό του ζευγαρώματος, ή την κίνηση που παρατηρείται στα άψυχα αντικείμενα, όπως τα φύλλα που “χορεύουν” στον αέρα. Ο χορός στήνεται με έναν, ιδιαίτερα θελκτικό τρόπο πάνω στη σκηνή... Μπορεί να συμπληρώνει μία θεατρική παράσταση, μπορεί να σχετίζεται με ένα μιούζικαλ, μπορεί να διοχετεύει όλη την ενέργειά των χορευτών πάνω στο σανίδι, όταν πρόκειται για ένα κατ' εξοχήν χορευτικό έργο. Οι κινήσεις, που συνοδεύουν ένα χορευτικό, τραβούν και καθηλώνουν τα βλέμματα, προκαλώντας πολλές φορές, ένα δυνατό και αυθόρμητο χειροκρότημα. Τι είναι όμως, αυτό που ανατριχιάζει τον θεατή; Ο χορευτής, η κίνηση, ή η συνολική εμπειρία που αποκομίζει κανείς, φεύγοντας από την παράσταση;
Οι χορευτές "μιλούν" μέσα από τον χορό τους
Το να μάθουμε να χορεύουμε σωστά πάνω στη σκηνή απαιτεί, σύμφωνα με επιστημονική έρευνα, την ίδια διαδικασία ενεργοποιήσεων του εγκεφάλου, όπως όταν γράφουμε ή μιλάμε. Η σύλληψη, η δημιουργικότητα και η μνήμη είναι οι βασικές αρχές που καλείται να ενεργοποιήσει ένας χορευτής πριν τη σκηνή, αλλά και όσο είναι ανεβασμένος σε αυτή. Καθορισμένα βήματα, συγκεκριμένες χειρονομίες και κανόνες συνθέτουν το προφίλ ενός καλλιτέχνη που επί σκηνής, οφείλει να “αγγίξει” με την ερμηνεία του, τον θεατή. Όλα αυτά τα στοιχεία που πρέπει να βρίσκονται σε εναρμονισμένο ρόλο με το πρόσωπο που χορεύει, παραλληλίζονται συχνά, με την ποίηση και με ένα πλήθος συμβολικών και αόριστων εννοιών.

Το ανθρώπινο σώμα πρέπει να μετακινηθεί στο χώρο, με φυσικό τρόπο, αλλά με μία σειρά υποκριτικών εκφράσεων που σκοπό έχουν να μεταφέρουν ένα μήνυμα. Ρυθμός και ήχος λειτουργούν συμπληρωματικά στο μυαλό του χορευτή, ενώ η μετακίνησή του ίδιου καθορίζεται από την σχέση αυτών των δύο. Ένα είδος χορού, το κλασικό μπαλέτο, ως χορογραφική σύνθεση με ή χωρίς την συνοδεία μουσικής υπόκρουσης μπροστά στο κοινό, απαιτεί λεπτές δεξιότητες δύναμης, συντονισμού και αίσθησης του χώρου.
Η Ρουμπίνη Μιχαλούδη, κάτοχος του διπλώματος FDI του συστήματος ISTD στο είδος Modern Theatre Dance, εξηγεί πως ο χορός συμπληρώνεται από την έκφραση, η οποία δίνει νόημα στην κίνηση. Όπως η ίδια αναφέρει, μεγάλο ρόλο στις εκφράσεις και την ηθοποιία εν γένει, του χορευτή διαδραματίζει “η χρήση του κεφαλιού και του βλέμματος, στοιχεία που διαφοροποιούνται σημαντικά, ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες”.
Αναφερόμενη στον κλασικό και τον μοντέρνο χορό, αλλά και στις διαφορές που παρουσιάζουν οι στάσεις που παίρνουν τα δύο φύλα, επισημαίνει πως:
Οι χορευτές "μιλούν" μέσα από τον χορό τους
“Οι χορεύτριες συνήθως, κοιτούν πάνω από την γραμμή των ματιών, προκειμένου να προσδώσουν στην έκφρασή τους ανάλαφρη αίσθηση και υπερήφανο ύφος που προσιδιάζει στο είδος του χορού, ανάλογα με το θέμα της χορογραφίας”. Το βλέμμα των ανδρών χορευτών, όπως προσθέτει, διαφέρει κατά πολύ. “Το βλέμμα είναι ευθύ, βρίσκεται ακριβώς στο ύψος της γραμμής των ματιών, για να προσδώσει το απαιτούμενο βάρος στην έκφρασή τους, αλλά και να εναρμονιστεί με το βάρος και την μεγαλύτερη ένταση που ενέχει η κίνησή τους”.

Η χρήση του κεφαλιού, εκτός από το γεγονός ότι δίνει ποιότητα στην κίνηση, βοηθάει στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το χαμηλωμένο κεφάλι στον χορό, χρησιμοποιείται για να δείξει “περισυλλογή, λύπη, θυμό και κυρίως, εσωστρεφή στάση του ατόμου”, σε αντίθεση με το ανεβασμένο κεφάλι που συνήθως, μαζί με το βλέμμα, εκφράζουν “εξωστρεφή τάση και διάθεση για επικοινωνία”.
Οι κινήσεις λοιπόν, του χορευτή συνοδεύονται από τις παραπάνω τεχνικές και κάνουν τον χορό να αποκτά έναν επικοινωνιακό χαρακτήρα. Η μουσικά, ενταγμένη κίνηση που πλέον, μέσα από την συγκεκριμένη στάση του σώματος, “γεμίζει” συναισθηματικά τον χορευτή, διαχέει το νόημα που θέλει να περάσει η παράσταση και επιτυγχάνει ή όχι, την μεταφορά των μηνυμάτων.
Πηγαίνοντας στην επόμενη παράσταση, θα μπορείτε να εντρυφήσετε λίγο, στον κόσμο που κρύβεται πίσω από μία καλοστημένη παράσταση. Οι ηθοποιοί και οι χορευτές δεν αναλαμβάνουν να εκτελέσουν έναν απλό ρόλο. Η κάθε κίνηση εμπεριέχει ένα πλήρες νόημα που εκτίθεται στο βλέμμα του θεατή, παρερμηνεύεται ή μεταφέρεται στο κοινό με επιτυχία.
PATHFINDER,Κρητικού Έλενα

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Degas and Cassatt: The Untold Story of Their Artistic Friendship

Mary Cassatt has long been considered a pupil of Degas. But an upcoming exhibition at the National Gallery of Art shows that creative influence went both ways
n Mary Cassatt’s 1878 painting Little Girl in a Blue Armchair, a fidgeting young child slouches into the pillowy embrace of a turquoise chair. The girl’s scruffy black and brown dog sleeps on the seat next to her, adding to the tranquility of this domestic scene.
Mary Cassatt, Little Girl in a Blue Armchair, 1878, oil on canvas. COURTESY NATIONAL GALLERY OF ART, WASHINGTON, COLLECTION OF MR. AND MRS. PAUL MELLON.
Mary Cassatt, Little Girl in a Blue Armchair, 1878, oil on canvas.
COURTESY NATIONAL GALLERY OF ART, WASHINGTON, COLLECTION OF MR. AND MRS. PAUL MELLON.
The canvas is a quintessential Cassatt. However, recent cleaning of the work and infrared images taken by the National Gallery of Art in Washington, D.C., reveal that brushstrokes from someone else’s hand are also present—Cassatt’s friend and colleague Edgar Degas. The French artist subtly changed the shape of the room. He had the floor intersect with the back wall at an angle, rather than perpendicularly, creating negative spaces that are strange and unexpected.
Upon discovering these details of Degas’s intervention on Cassatt’s canvas, a team of experts at the National Gallery decided to explore further. They organized the exhibition Degas/Cassatt to investigate the previously unknown depth of the pair’s artistic relationship. The show, which opens May 11, will feature a selection of 70 paintings, drawings, and works of mixed media by both artists to highlight their artistic dialogue.
Edgar Degas, Rehearsal in the Studio, c. 1878-1879, egg tempera on canvas. ©SHELBURNE MUSEUM, SHELBURNE, VERMONT. COURTESY COLLECTION OF SHELBURNE MUSEUM. GIFT OF ELECTRA WEBB BOSTWICK.
In Degas’s egg tempera on canvas painting Rehearsal in the Studio, ca. 1878-1879, the floor of the dance studio intersects with the back wall at an angle. He created a similar angle in Cassatt’s Little Girl in a Blue Armchair.
©SHELBURNE MUSEUM, SHELBURNE, VERMONT. COURTESY COLLECTION OF SHELBURNE MUSEUM. GIFT OF ELECTRA WEBB BOSTWICK.
Degas first met Cassatt (who was born in Pittsburgh but spent much of her life in Paris) on an 1877 visit to her Montmartre studio. “He recognized right off the bat that they had a shared sensibility,” says the show’s curator, Kim Jones, and he invited her to participate in the Impressionist exhibition he was organizing with his fellow “independent” painters. Their introduction marked the beginning of a friendship that lasted nearly 40 years. A lack of existing correspondence between the two makes it difficult to discern the specific details of their interactions, but their artworks—particularly those created between the late-1870s and the mid-1880s, the period of the Impressionist exhibitions in Paris—leave behind compelling clues about their friendship.
Between 1879–89, both Degas and Cassatt took major risks with their art, experimenting with unconventional media such as tempera, distemper, and metallic paints. In Degas’s Portrait after a Costume Ball (Portrait of Mme. Dietz-Monnin), for instance, the artist juxtaposed patches of smooth, matte pigment with wide strokes of metallic paint and delicate applications of pastel to create a textural and frenetic surface. Cassatt tested these materials as well in works like Woman Standing, Holding a Fan and Lydia Seated on a Porch, Crocheting. She also used metallics to add a subtle sheen to oil paint. In The Loge, she incorporated small bits of shimmering, simulated gold paint throughout the canvas to vitalize the scene.
Mary Cassatt, The Loge, c. 1878-80, oil on canvas. COURTESY NATIONAL GALLERY OF ART, WASHINGTON, CHESTER DALE COLLECTION.
Mary Cassatt, The Loge, ca. 1878-80, oil on canvas.
COURTESY NATIONAL GALLERY OF ART, WASHINGTON, CHESTER DALE COLLECTION.
Jones selected many other works that demonstrate Degas and Cassatt’s ongoing artistic exchange. For example, one compositional element commonly employed by both artists was the s-curve, in which the movement of a model’s arms complemented the contraposto or angular pose of their torso to create an elegant, lithe s-shape. The s-curve can be seen in Degas’s pastel and charcoal work Woman Bathing in a Shallow Tub (ca. 1885) and his 1894 drawing Morning Toilet, among others. In conversation with Degas, Cassatt executed s-curves in her ca. 1889 drypoint print Young Girl Fixing her Hair and in the oil painting Child Picking a Fruit (1893).
Mary Cassatt, Child Picking a Fruit, 1893, oil on canvas. ©VIRGINIA MUSEUM OF FINE ARTS. COURTESY VIRGINIA MUSEUM OF FINE ARTS, RICHMOND, GIFT OF IVOR AND ANNE MASSEY. PHOTO: TRAVIS FULLERTON.
Mary Cassatt, Child Picking a Fruit, 1893, oil on canvas.
© VIRGINIA MUSEUM OF FINE ARTS. COURTESY VIRGINIA MUSEUM OF FINE ARTS, RICHMOND, GIFT OF IVOR AND ANNE MASSEY. PHOTO: TRAVIS FULLERTON.
Degas often enlisted his friends to model for his paintings, but none more frequently than Cassatt. She is the subject of at least eight of Degas’s works, and scholars believe her likeness appears in many more. In most of his depictions of the American artist, she plays a specific role. The unfinished painting Mary Cassatt, however, is the only true portrait that he painted of her. She owned the piece and displayed it in her studio. (Degas also owned numerous works by Cassatt.)
The location depicted in the portrait is vague, but the table in the background and small pictures Cassatt holds suggest that she might be in a photography studio. Artists and dealers commonly had cartes de visite taken to document works in their possession. By depicting Cassatt as the subject of a portrait, likely holding objects associated with her craft, Degas establishes her as his peer and as a successful artist in her own right.
Edgar Degas, Mary Cassatt, c. 1879-1884, oil on canvas.  COURTESY NATIONAL PORTRAIT GALLERY, SMITHSONIAN INSTITUTION. GIFT OF THE MORRIS AND GWENDOLYN CAFRITZ FOUNDATION AND THE REGENTS' MAJOR ACQUISITIONS FUND, SMITHSONIAN INSTITUTION NATIONAL PORTRAIT GALLERY, SMITHSONIAN INSTITUTION / ART RESOURCE, NY.
Edgar Degas, Mary Cassatt, ca. 1879-84, oil on canvas.
COURTESY NATIONAL PORTRAIT GALLERY, SMITHSONIAN INSTITUTION. GIFT OF THE MORRIS AND GWENDOLYN CAFRITZ FOUNDATION AND THE REGENTS’ MAJOR ACQUISITIONS FUND, SMITHSONIAN INSTITUTION NATIONAL PORTRAIT GALLERY, SMITHSONIAN INSTITUTION / ART RESOURCE, NY.
It is a common misconception that Cassatt was merely a pupil of Degas, when in fact both artists learned from and respected one another, and executed daring experiments using unconventional materials.
Says Jones, “she’s a much edgier artist than people give her credit for.”
 By Stephanie Strasnick
Copyright 2014, ARTnews LLC, 48 West 38th Street, New York, N.Y. 10018. All rights reserved.

Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου: Η παράσταση καταργεί τον χώρο ανάμεσα μας


«Για να δοξάσουμε τον πλούτο των διαφορετικών πολιτισμών μας και να διαλύσουμε τα όρια που μας χωρίζουν». Το φετινό μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου γράφει ο νοτιοαφρικανικής καταγωγής, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης,   Μπρετ Μπέιλι. Το μήνυμα μεταφράζεται σε περισσότερες από 20 γλώσσες, δημοσιοποιείται μέσα από το δίκτυο του Διεθνούς Ινστιτούτο Θεάτρου και τα εθνικά του κέντρα, διαβάζεται σε όλα τα θέατρα πριν από την παράσταση της 27ης Μαρτίου και μεταδίδεται από τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο.

Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1962 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (Δ.Ι.Θ.). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου από την παγκόσμια θεατρική κοινότητα.

Το μήνυμα του Μπρετ Μπέιλι*

Όπου υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία, εκδηλώνεται το ασυγκράτητο πνεύμα της παράστασης.

Κάτω από δέντρα σε μικρά χωριά, πάνω σε σκηνές υψηλής τεχνολογίας στις μητροπόλεις του κόσμου, σε σχολικές αίθουσες, σε γήπεδα και σε ναούς· σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, σε εμπορικά κέντρα, σε κοινοτικά κέντρα και υπόγεια στο κέντρο της πόλης, οι άνθρωποι μαζεύονται για να κοινωνήσουν στους εφήμερους θεατρικούς κόσμους που εμείς δημιουργούμε προκειμένου να εκφράσουμε την ανθρώπινη πολυπλοκότητα, την διαφορετικότητα και την ευαισθησία μας με σάρκα, ανάσα και φωνή.

Μαζευόμαστε για να κλάψουμε και να θυμηθούμε, για να γελάσουμε και να σκεφτούμε. Για να μάθουμε, να επιβεβαιώσουμε και να φανταστούμε. Για να θαυμάσουμε τις τεχνικές επιδεξιότητες και για να ενσαρκώσουμε θεούς. Για να κοπεί σε όλους μας η ανάσα με  την ικανότητά μας να αναγνωρίσουμε την ομορφιά, τη συμπόνια και τα τερατουργήματα. Ερχόμαστε για να ενεργοποιηθούμε και για να πάρουμε δύναμη. Για να δοξάσουμε τον πλούτο των διαφορετικών πολιτισμών μας και να διαλύσουμε τα όρια που μας χωρίζουν.

Όπου υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία, εκδηλώνεται το ασυγκράτητο πνεύμα της παράστασης. Γέννημα της κοινότητας, φορά τις μάσκες και τα κοστούμια των διαφορετικών παραδόσεων μας. Χρησιμοποιεί τις γλώσσες, τους ρυθμούς και τις χειρονομίες μας, και καταργεί τον χώρο ανάμεσα μας.

Και εμείς, οι καλλιτέχνες που εργαζόμαστε με αυτό το αρχέγονο πνεύμα, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να το διοχετεύσουμε μέσω της καρδιάς μας, των ιδεών μας και του σώματός μας ώστε να αποκαλύψουμε την πραγματικότητά μας σε όλο της το γήινο μέγεθος και το λαμπερό μυστήριό της.

Αλλά σε αυτή την εποχή εκατομμύρια άνθρωποι παλεύουν να επιβιώσουν, υποφέρουν κάτω από τυραννικά καθεστώτα και έναν αρπακτικό καπιταλισμό, και προσπαθούν να ξεφύγουν από τις συγκρούσεις και τις κακουχίες. Σε αυτή την εποχή  που ζούμε η ιδιωτικότητά μας παραβιάζεται από μυστικές υπηρεσίες και οι λέξεις λογοκρίνονται από παρεμβατικές κυβερνήσεις. Σε αυτή την εποχή τα δάση εξολοθρεύονται,  είδη του ζωϊκού βασιλείου εξολοθρεύονται και οι ωκεανοί δηλητηριάζονται. Μια τέτοια εποχή τι αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να αποκαλύψουμε;

Σε αυτό τον κόσμο της άνισα κατανεμημένης εξουσίας, σε έναν κόσμο όπου διάφοροι ηγεμονικοί κανόνες προσπαθούν να μας πείσουν πως ένα έθνος, μια φυλή, ένα γένος, μια σεξουαλική προτίμηση, μια θρησκεία, μια ιδεολογία ή ένα πολιτισμικό πλαίσιο είναι ανώτερο από όλα τα άλλα, μπορούμε πράγματι δικαιολογημένα να επιμείνουμε ότι οι τέχνες πρέπει να αποδεσμευτούν από κοινωνικές ατζέντες;

Μήπως εμείς οι καλλιτέχνες της αρένας και της σκηνής προσαρμοζόμαστε στις στείρες απαιτήσεις της αγοράς; Ή μήπως αρπάζουμε τη δύναμη που έχουμε για να καθαρίσουμε το τοπίο στην καρδιά και στο μυαλό της κοινωνίας προκειμένου να μαζέψουμε τους ανθρώπους γύρω μας, να εμπνεύσουμε, να μαγέψουμε και να πληροφορήσουμε, και να δημιουργήσουμε έναν κόσμο ελπίδας και ανοιχτόκαρδης συνεργασίας;

* Ο Brett Bailey είναι Νοτιοαφρικάνος θεατρικός συγγραφέας, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, δημιουργός καλλιτεχνικών εγκαταστάσεων και καλλιτεχνικός διευθυντής της θεατρικής ομάδας Third World Bunfight με έδρα το Cape Town.

Εκτός από τη Νότια Αφρική έχει εργαστεί σε άλλες χώρες της Αφρικής, στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη. Το θέατρό του έχει γνωρίσει μεγάλη αναγνώριση για τον αιρετικό, εικονοκλαστικό τρόπο με τον οποίο ερευνά το μετα-αποικιακό τοπίο της Αφρικής.

Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε όλη την Ευρώπη, την Αυστραλία και την Αφρική, αποσπώντας πλήθος βραβείων· μεταξύ αυτών και το χρυσό μετάλλιο σκηνογραφίας στη Διεθνή Έκθεση Σκηνογραφίας της Πράγας το 2007. Υπήρξε πρόεδρος της Διεθνούς Έκθεσης Σκηνογραφίας της Πράγας το 2011 και μέλος της κριτικής επιτροπής για το διαγωνισμό «Music Theater Now» του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου το Μάρτιο του 2013.

Το 2009 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής της τελετής έναρξης στη Σύνοδο Κορυφής για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό στο Γιοχάνεσμπουργκ, ενώ από το 2006 έως το 2009 σκηνοθέτησε τις εναρκτήριες παραστάσεις στο Διεθνές Φεστιβάλ Τέχνης Harare της πρωτεύουσας της Ζιμπάμπουε. Από το 2008-2011 διετέλεσε διευθυντής του Φεστιβάλ Τεχνών «Infecting the City» στο Κέηπ Τάουν.
tvxs

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Tvxs Συνέντευξη:Άλκη Ζέη Η δικιά μας εποχή είχε οράματα...

Από τα μικρά μου χρόνια ως σήμερα, ας μην πω με ακρίβεια πόσα είναι γιατί θα τρομάξω κι εγώ η ίδια, έζησα έναν πόλεμο, δύο εμφύλιους πολέμους, δύο δικτατορίες και δύο προσφυγιές […] Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Σήμερα η κατάσταση είναι δύσκολη από άλλη πλευρά. Δηλαδή, η δικιά μας εποχή, ήταν μια εποχή που είχε οράματα… Και όλες τις δυσκολίες που είχαμε, τις ξεπερνούσαμε γιατί είχαμε όραμα. Ήμασταν βέβαιοι ότι αύριο θα είναι καλύτερα. Σήμερα μπορεί οι δυσκολίες να μην είναι τόσο μεγάλες όσες είχαμε εμείς, αλλά δεν είναι κανείς σίγουρος τι θα γίνει αύριο [...] Η πολυβραβευμένη -σε Ελλάδα και εξωτερικό- συγγραφέας κυρίως παιδικών βιβλίων Άλκη Ζέη, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το πρόσφατο αυτοβιογραφικό της βιβλίο Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο.
Κρ.Π.: Διάβασα τις 386 σελίδες του σε 8 ώρες. Έκλαιγα, γέλαγα, σημείωνα… Τι να σας πρωτορωτήσω για τα χρόνια όλης της ζωής σας... Απορώ κατ’ αρχάς, πως μπορέσατε να το γράψετε.

Άλκ.Ζ.: Και χωρίς να έχω ούτε μία σημείωση... Όλα τα είχα στο μυαλό μου…

Κρ.Π.: Ο Μαρκές έχει πει ότι «η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί», δηλαδή σα να κατασκευάζουμε με έναν τρόπο το παρελθόν μας, μέσα από τη μνήμη μας.

Άλκ.Ζ: Ναι, χωρίς να το θέμε κιόλας…

Κρ.Π.: Γράφετε «Όταν τα γεγονότα είναι τόσα πολλά κι απανωτά μπορεί κανείς να μπερδέψει ημερομηνίες, μα κάποια είναι ξεχωριστά, μένουν, θαρρείς, γραμμένα σε κάποια μεριά του νου σου με ανεξίτηλο μελάνι»…

Άλκ.Ζ.: Ναι, αυτό… Το πώς κάποιες αναμνήσεις σβήνονται τελείως και πώς άλλες μένουνε...
Προσπάθησα να... μεγαλώνω σιγά σιγά με το βιβλίο. Δηλαδή, να είμαι, γράφοντάς το, εκείνη που ήμουνα, και να σκέφτομαι όπως σκεφτόμουνα τότε.
Και ο σημερινός εαυτός μου, να μπαίνει κατά καιρούς ανάμεσα στις λέξεις και να σχολιάζει τα γραφόμενά μου σε κάποιες παραγράφους με μικρά γράμματα...
Απλά, αισθάνθηκα την ανάγκη να το γράψω. Μου «ήρθε» δηλαδή αυθόρμητα, δεν προσπάθησα να το κάνω έτσι.
Για παράδειγμα όταν έγραφα για τότε που ήμουν δέκα χρονών, αντιδρούσα όπως αντιδρούσα τότε. Ήμουν δεκαπέντε; Αντιδρούσα όπως αντιδρούσα και τότε. Δηλαδή δεν έβαζα το σημερινό εαυτό μου μέσα. Έγραφα με τις αντιδράσεις εκείνης της εποχής.
Κρ.Π.: Για να κρατήσετε ζωντανή στις σελίδες του, την Άλκη Ζέη…
Άλκ.Ζ.: …της εποχής εκείνης.

Κρ.Π.: Πιστεύετε αυτό που έχει πει ο Μιχαήλ Μπαχτίν, ότι σε ένα οποιοδήποτε συγγραφικό έργο, δεν υπάρχει μόνο η φωνή του συγγραφέα, αλλά και πολλές άλλες φωνές;
Άλκ.Ζ: Κι αυτό είναι η διαφορά της αυτοβιογραφίας με το μυθιστόρημα. Στο μυθιστόρημα είσαι ελεύθερος να κάνεις ότι θέλεις. Ενώ όταν γράφεις για πρόσωπα που υπήρξανε, και δεν υπάρχουν πια, είτε για να σε αποδοκιμάσουν είτε για να σε επευφημήσουν, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός στο τι θα πεις. Πρέπει να τα πεις ακριβώς όπως εκείνοι τα έλεγαν, κι όχι όπως τα φαντάζεσαι…

Κρ.Π.: Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε γράψει πως «Σε κάθε πρόσωπο έχει φυσήξει -με πνεύση μυστική- την ιερή ανάσα του ένας νεκρός». Φαντάστηκα ότι μπορεί να ήταν ο παππούς σας στη Σάμο αυτό το πρόσωπο, επειδή –εκτός των άλλων- έχοντας τον ως πρότυπό σας για κάτι που κάνατε εκείνη τη στιγμή, γράφετε: «Νόμιζα, φαίνεται, πως για να περπατήσει καλά ο άνθρωπος πρέπει να διαβάζει».

Άλκ.Ζ.: Ναι, έτσι νόμιζα μικρή.  Γιατί έβλεπα τον παππού μου, ο οποίος θεωρούσε χαμένο χρόνο να κάνει βόλτες στην παραλία μόνο για άσκηση, χωρίς να κάνει δηλαδή τίποτε άλλο, γι’ αυτό έπαιρνε μαζί του ένα βιβλίο και διάβαζε περπατώντας. Και δεν σκόνταφτε! Ήξερε απ’ έξω τα χαλίκια της παραλίας…

Κρ.Π.: Αυτή η φράση σας μου άρεσε και κυριολεκτικά. Δηλαδή ότι ένας άνθρωπος για να περπατήσει στη ζωή του….

Άλκ.Ζ.: …πρέπει να διαβάσει!

Κρ.Π.: Και καθώς περπατά ξεκινά να χαράζει το δρόμο του μέσα από τις απλές καθημερινές μικρές πράξεις; Για παράδειγμα περιγράφετε την «πρώτη αντιστασιακή σας πράξη»: φυσάγατε τον καπνό των τσιγάρων από το σαλόνι σας, μετά απ’ την συνεδρίαση της αντιστασιακής γυναικείας ομάδας που συμμετείχε και η θεία σας Διδώ Σωτηρίου και η μητέρα σας, για να μην καταλάβει κάτι γυρίζοντας από τη δουλειά ο αυστηρός πατέρας σας…

Αλκ.Ζ.: Ναι, οπωσδήποτε! Ξεκινά κανείς το δρόμο του από το τίποτα. Με «τιποτένιες» πράξεις…

Κρ.Π.: Ως μέσος αναγνώστης που ξεκίνησε από νωρίς να διαβάζει βιβλία, όπως η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», μια γυναίκα που έζησε ως πολιτική εξόριστη όπως και εσείς, δεν μπόρεσα να μείνω ανεπηρέαστη. Πιστεύετε ότι η Αριστερά –με την ευρεία έννοια- έπαιξε το ρόλο του «γνώστη – αρωγού»(κατά Άλις Μίλερ) για όλη την κοινωνία; Εκείνου δηλαδή που προσπαθεί να κατανοήσει την κακοποίηση της κοινωνίας, αλλά και να εμπνεύσει τους νεώτερους στο δρόμο τους.

Άλκ. Ζ.: Ναι, η Αριστερά, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνίας, άλλο αν στράβωσε κάπου μετά…

Κρ.Π.: ...που αγωνιστές της Αντίστασης, κυνηγήθηκαν και πήραν στην πλάτη τους τη ρετσινιά της «ήττας»; Γι’ αυτό ίσως μετά τον εμφύλιο στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα, δημιουργήθηκε μία μεγάλη μερίδα της κοινωνίας που αδιαφορεί, και κοιτάζει κυρίως το ιδιωτικό της συμφέρον;

Άλκ.Ζ.: Αυτά είναι τα επακόλουθα… Η σημερινή αδιαφορία… Δεν νομίζω όμως ότι όλος ο κόσμος σήμερα είναι αδιάφορος.
Ένα παιδάκι 10 χρονώ στην Σπάρτη, που είχα πάει στα πλαίσια μίας τουρνέ στην Πελοπόννησο, το οποίο καθόταν μπροστά μπροστά στην εκδήλωση, με ρώτησε «τώρα έχουμε μια δύσκολη κατάσταση, ξέρω ότι εσείς έχετε περάσει δύσκολες καταστάσεις, με πείνα, με πόλεμο. Μπορείτε να τις συγκρίνετε με τη σημερινή εποχή;»
Και του λέω, όχι, τώρα μπορεί να είναι κρίση, αλλά ανθρώπους πεσμένους κάτω από την πείνα δεν βλέπεις, παιδιά πεθαμένα δεν βλέπεις, ούτε περπατάς στο δρόμο και μπορεί ένας Γερμανός να σου ρίξει μία και να βρεθείς κάτω… Και μου λέει το παιδάκι «Το ‘πιασα!». Ένα τόσο μικρό παιδάκι και του έκοψε να ρωτήσει αυτό. Γιατί όταν λένε κάποιοι ότι έχουμε πόλεμο, εγώ θυμώνω…

Κρ.Π.: Συγκριτικά όμως με την αγωνιστικότητα του κόσμου, μέσα από το ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ -και τις άλλες οργανώσεις της Αντίστασης- και την αλληλεγγύη που υπήρχε τότε; Διότι σήμερα βλέπουμε ότι ο κόσμος δεν ενώνεται κατά πλειοψηφία για κάτι κοινό, αλλά αντίθετα παρατηρεί τα γεγονότα, θα λέγαμε ως παθητικός τηλεθεατής και ίσως μόνο να ψηφίζει –το 38,8% απείχε από τις εκλογές του 2012- κάθε 4 χρόνια.

Άλκ.Ζ.: Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Σήμερα η κατάσταση είναι δύσκολη από άλλη πλευρά. Δηλαδή, η δικιά μας εποχή, ήταν μια εποχή που είχε οράματα. Και όλες τις δυσκολίες που είχαμε, τις ξεπερνούσαμε γιατί είχαμε όραμα. Ήμασταν βέβαιοι ότι αύριο θα είναι καλύτερα.
Σήμερα μπορεί οι δυσκολίες να μην είναι τόσο μεγάλες όσες είχαμε εμείς, αλλά δεν είναι κανείς σίγουρος τι θα γίνει αύριο…

Κρ.Π.: Σαν αυτό που είχε πει ο Κουν, δηλαδή, πως «για να κάνεις θαύμα, πρέπει να πιστεύεις στα θαύματα»;

Άλκ.Ζ.: Ναι, αυτό... Από την άλλη σήμερα με ευχαριστεί όταν βλέπω και παιδιά στα σχολεία αλλά και δασκάλους που προσπαθούν να κάνουν κάτι τα παιδιά, για να τα απομακρύνουν από αυτή τη μιζέρια. Και αυτό είναι πάρα πολύ ευχάριστο.

Κρ.Π.: Τελικά η γενιά σας που προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους για την κοινωνία, δεν "ηττήθηκε" τελικά διότι αφήσατε κάτι πίσω σας;

Άλκ.Ζ.: Και οι άνθρωποι που μείναμε από αυτή τη γενιά –δεν μείναμε και πολλοί- έχουν μία άλλη ποιότητα. Και επίσης, βάλαμε και κάποιες βάσεις… Κυρίως για τον ανθρωπισμό και τον κοινωνιοκεντρισμό…

Κρ.Π.: Αλλά βγαίνει ο άλλος σήμερα και λέει «γεννήθηκα αντικομμουνιστής και θα πεθάνω αντικομμουνιστής»…

Άλκ.Ζ.: Αυτό είναι γελοίο. Γιατί δεν είναι η εποχή του εμφυλίου, που και μεις λέγαμε «είμαι αντιβασιλικός» και κοιτούσαμε με έχθρα ο ένας τον άλλον. Έχει περάσει πια αυτή η εποχή. Και στην Ευρώπη έχει τελείως εξαλειφτεί παρόλο που ιδρύονται φασιστικές οργανώσεις, αλλά είναι αμελητέα ποσότητα.
Τώρα να βγαίνει ένας ο οποίος είναι και στέλεχος σε μια κυβέρνηση και να λέει κάτι τέτοιο, ειλικρινά μου φαίνεται γελοίο.

Κρ.Π.: Θυμήθηκα που λέτε «…πόσες φορές για ολόκληρα χρόνια λέγαμε ή ρωτούσαμε «αυτός είναι δικός μας;» Κι αν δεν ήτανε, ούτε θέλαμε καν να τον πλησιάσουμε. Πού να ξέραμε πως θα έρθει καιρός και θα ανακαλύπταμε ότι πολλοί «δικοί μας» δεν θα μας ταίριαζαν καθόλου, και σήμερα να μην ξέρουμε πια κατά πόσο εμείς οι ίδιοι είμαστε «δικοί μας»;

Άλκ.Ζ: Αυτό ακριβώς είναι. Άνθρωποι που ήσουνα πολύ κοντά, βλέπεις και είναι τελείως αλλαγμένοι, και πια ούτε εσύ ο ίδιος δεν ξέρεις που να γυρίσεις το κεφάλι, και σε τι να πιστέψεις…

Κρ.Π.: Άρα ο άνθρωπος, δεν χαρακτηρίζεται από την ταμπέλα που βάζει ο ίδιος στον εαυτό του, αλλά…

Άλκ.Ζ: …από τις πράξεις του!

Κρ.Π.: Το θέμα είναι, πόσοι πράττουν σήμερα;
Άλκ.Ζ.: Σήμερα, αυτά που κάνει κανείς δεν είναι θεαματικά πράγματα. Δηλαδή, το να γράψεις ένα καλό βιβλίο, το να γράψεις μία καλή μουσική, ή μία καλή παράσταση, είναι κάτι, και συμβάλλει. Για την ώρα, νομίζω ότι αυτό μπορείς να κάνεις. Κι όταν όλα αυτά μαζί προστεθούνε, κάτι θα βγει.
Κρ.Π.: Οι Ισπανοί, όμως, βγήκαν στους δρόμους πριν δύο μέρες...

Άλκ.Ζ.: Ναι, ήταν πολύ συγκινητικό αυτό.

Κρ.Π.: …και με βάση ένα μανιφέστο αξιοπρέπειας όπως το ονόμασαν, που αναφέρει στην αρχή: «Όχι στην πληρωμή του χρέους. Ούτε μια περικοπή παραπάνω. Έξω οι κυβερνήσεις της τρόικας. Ψωμί, δουλειά και στέγη για όλους και όλες […]»
Άλκ.Ζ.: Τώρα, αυτό που γράφουν είναι λιγάκι κλισέ, αλλά το να πεις κάτι συγκεκριμένα για το πώς π.χ. να φέρεσαι στον άλλον άνθρωπο, αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Και επιπλέον, όταν βλέπεις και νέα παιδιά, να το κατανοούν όταν το λένε…

Κρ.Π.: Λέτε επίσης στο βιβλίο σας, ότι: «Το χειρότερό μου μάθημα ήταν η Έκθεση»!

Άλκ.Ζ.: Ναι, όταν πήγαινα στο σχολείο που ήταν φασιστικό...
Γιατί μας ‘βάζαν να γράφουμε π.χ. για την αποταμίευση ή για την αστυφιλία και δεν μου άρεσε καθόλου. Την αδελφή μου όμως που δεν την ένοιαζε να αναπτύξει ένα θέμα με… μπούρδες, το ανέπτυσσε σε δυο σελίδες.
Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τέτοιο πράγμα. Δηλαδή, αν δεν το ένιωθα μέσα μου δεν μπορούσα να γράψω τίποτα.

Κρ.Π.: Και ξεκινήσατε, να γράφετε στο μαρμάρινο τραπέζι τής κουζίνας σας, τις ερωτικές επιστολές των κοριτσιών -που φρόντιζαν την καθαριότητα στα σπίτια της γειτονιάς- στους αγαπημένους τους…

Άλκ.Ζ: Ναι, και είδα ότι μου άρεσε αυτό. Είδα ότι μου άρεσε να γράφω. Ήθελα μια αφορμή για να γράψω…

Κρ.Π.: Και κάπως έτσι συνεχίσατε και δημιουργήσατε αργότερα τον «Κλούβιο», και μέσα από το κουκλοθέατρο αρχίσατε να γράφετε τις Κλαψωδίες...

Άλκ.Ζ: …και μετά άρχισα να στέλνω κείμενα σε ένα περιοδικό που έβγαινε στην Κατοχή, που λεγόταν «Νεανική φωνή».

Κρ.Π.: Τα παιδικά χρόνια, πόσο πιστεύετε ότι επηρεάζουν τις δεξιότητες της ζωής κάποιου;

Άλκ.Ζ.: Τα δικά μου παιδικά χρόνια που έζησα στη Σάμο, πάρα πολύ με επηρέασαν.
Γιατί εκεί είχα την αίσθηση της ελευθερίας, είχα την αίσθηση του διαβάσματος, και με τον παππού μου όλη μέρα, δημιούργησα την πεποίθηση ότι πρέπει να διαβάζεις, πρέπει να αγαπάς π.χ. τα αρχαία…

Κρ.Π.: Δηλαδή τον πολιτισμό;

Άλκ.Ζ: Ναι, τον πολιτισμό.

Κρ.Π.: Όλη την ιστορία της ζωής σας την έχετε γράψει με έναν τρόπο που σχεδόν μπορεί ο κάθε αναγνώστης να την ζήσει... διαβάζοντάς την.
Άλκ.Ζ.: Τις βλέπω αυτές τις εικόνες όταν τις γράφω. Ίσως με επηρέασε η σπουδή μου σαν σεναριογράφος, στο Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας, γιατί κάθε σκηνή θέλω πρώτα να την «δω» για να την γράψω.
Κρ.Π.: Η Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας περνά μέσα από τη ζωή σας, μαζί με όλα αυτά τα πρόσωπα που αναφέρετε, τον Κάρολο Κουν, την Έλλη Λαμπέτη, την Διδώ Σωτηρίου, τον Νίκο Γκάτσο, τον Μάριο Πλωρίτη, τον Νίκο Κούνδουρο, τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου (που ήταν και ο σύντροφος της ζωής σας), τον Μάνο Ζαχαρία, και τόσους άλλους…

Άκλ.Ζ.: Τώρα ψαχνόμαστε να βρούμε ο ένας τον άλλον, γιατί μείναμε λίγοι…

Κρ.Π.: Λέτε «αν με ρωτούσαν τι θα ‘θελα να εξαφανιστεί από τη ζωή μου, από τα τόσα που πέρασα και δεν ήτανε και λίγα, θ’ απαντούσα αμέσως χωρίς καν να σκεφτώ: ο Δεκέμβρης του ‘44». Αλλά μόνο η γενιά σας σήμερα έμεινε για να μιλήσει για τον εμφύλιο, το πιο πρόσφατο ιστορικό τραύμα της Ελλάδας.

Άλκ.Ζ.: Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο τραύμα. Και στα πιστεύω σου, και στις ανθρώπινες αξίες. Σε όλα. Και άμα σκεφτείς μετά, ότι μπορούσε να μην είχε γίνει… Γιατί μπορεί να είχαμε πάρει μια άλλη πορεία αν δεν είχε γίνει.
Αν δεν είχε γίνει ο Δεκέμβρης του ’44, δεν θα είχε γίνει ο εμφύλιος, η Ελλάδα θα είχε πάρει έναν άλλο δρόμο, όπως πήρανε οι χώρες της Ευρώπης μετά τον πόλεμο. Εκείνες ανθίζανε, και ‘μεις σκοτωνόμασταν!
Αυτές τις μέρες λόγω της ίωσης που με ταλαιπωρεί και δεν έχω όρεξη να διαβάσω τίποτα, είδα στην εκπομπή «Η μηχανή του χρόνου» ένα αφιέρωμα για το 1821, τότε που κυνηγάμε τους Τούρκους και συγχρόνως κοιτάγαμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας, και στο τέλος βάλαμε και τον Κολοκοτρώνη φυλακή!
Ε, όλα αυτά μου θυμίζουν άλλες εποχές... Ίσως να είμαστε έτσι. Ίσως η μοίρα μας να ήταν τέτοια.
Κρ.Π.: Πότε θα την αλλάξουμε αυτή τη μοίρα;
Άλκ.Ζ.: Δεν ξέρω αν μας «παίρνει» πια. Μπορεί να βάλουμε μυαλό τώρα, μπορεί… Αλλά ακόμα βλέπετε υπάρχουνε τα σταγονίδια… που δεν αφήνουν κανέναν να σκεφτεί, έτσι, ελεύθερα.
Κρ.Π.: Πώς να σκεφτεί μια χώρα ελεύθερα, όταν δεν έχει αγγίξει και διαχειριστεί τα ιστορικά τραύματά της σαν τον εμφύλιο; Και αντίθετα καίει τα αρχεία της ιστορίας της, σα να κάνει λοβοτομή;

Άλκ.Ζ.: Άλλο κι αυτό! Δεν το έχω ξαναδεί πουθενά. Εδώ όλοι κοιτάνε να δούμε πώς θα βρούν αρχεία, και εμείς τα κάψαμε! Τέλος πάντων… Είναι μεγάλη συζήτηση.

Κρ.Π.: Κάποτε, δεν χρειάζεται, να καθίσουμε ως κοινωνία να συζητήσουμε όλα αυτά τα άσχημα βιώματα που έχουμε ζήσει, ή άλλοι που έχουμε κληρονομήσει;

Άλκ.Ζ.: Βέβαια. Αλλά δεν βλέπω να είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε. Για την ώρα… Θέλω να ελπίζω ότι κάπου θα βγούμε, αλλά δεν ξέρω ακόμη…-

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Άλκη Ζέη, επιμέλεια σειράς: Ελένη Μπούρα, Μεταίχμιο, 2013
«Από τα μικρά μου χρόνια ως σήμερα, ας μην πω με ακρίβεια πόσα είναι γιατί θα τρομάξω κι εγώ η ίδια, έζησα έναν πόλεμο, δύο εμφύλιους πολέμους, δύο δικτατορίες και δύο προσφυγιές. Δεν τα έζησα σαν απλός παρατηρητής, αλλά παίρνοντας ενεργό μέρος κάθε φορά κι έτσι και να ήθελα δεν θα μπορούσε το συγγραφικό μου έργο να μην επηρεαστεί από τα γεγονότα  αυτά που συγκλόνισαν τον τόπο μας. Άθελά μου η ζωή μου μπλέχτηκε μέσα στην ιστορία κι έγινα κι εγώ ένα κομμάτι της. Το συγγραφικό μου λοιπόν έργο, θέλω δεν θέλω είναι γεμάτο ιστορία… Αν πέτυχα να κάνω τα παιδιά να την ακούσουν τουλάχιστον, το μέλλον θα δείξει». Άλκ. Ζ.
Άλκη Ζέη
Το παραμύθι της ζωής της
Το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο Ο Αναγνώστης (www.oanagnostis.gr) σε συνεργασία με το Megaron Plus και τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ παρουσιάζουν στον κύκλο εκδηλώσεων «Πρόσωπα της Λογοτεχνίας» την «πρύτανη» της παιδικής λογοτεχνίας Άλκη Ζέη.
Για το έργο της που αφορά τα παιδιά θα μιλήσει η συγγραφέας Λίλα Κονομάρα, ενώ για το έργο της που αφορά τους ενηλίκους ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.
Με την Άλκη Ζέη συνομιλεί η κριτικός παιδικής λογοτεχνίας Μαρίζα Ντεκάστρο, ενώ παρεμβαίνει ο παιδικός της φίλος, ποιητής Τίτος Πατρίκιος. Αποσπάσματα από έργα της διαβάζουν οι ηθοποιοί Ξένια Καλογεροπούλου και Σοφία Κόκκαλη.
Info: Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014, στις 7 μ.μ., Μέγαρο Μουσικής (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη). Ελεύθερη είσοδος με δελτία προτεραιότητας. Η διανομή των δελτίων αρχίζει στις 5:30μ.μ.

Αρχειοθήκη ιστολογίου