Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Επιτάφιος



I
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,
Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.
II
Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;
Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.
Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.
Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.
Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;
Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.
III
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,
Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,
Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,
Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;
ΙV
Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;
Πουρνό-πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.
Κοίταες μην έφεξε συχνά-πυκνά απ’ το παραθύρι
και βιάζοσουν σα να ’τανε να πας σε πανηγύρι.
Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κ’ είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.
Και γω η φτωχειά κ’ η ανέμελη και γω η τρελλή κ’ η σκύλα,
σου ’ψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα
Μια-μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θώρι
κι αγάλλομουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.
Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.
Κ’ έφτασ’ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.
V
Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου το ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ’ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.
Θα καρτεράει κ’ η ρούγα μας τ’ αδρό περπάτημά σου
κ’ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ’ αηδονολάλημά σου.
Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ’ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν
Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.
Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
να ’ρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.
[...]
ΙΧ
Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον άγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιε μου, καλέ μου τα ’λεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:
Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.
Αχ, γιε μου, πια δε μου ’μεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.
Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;
[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1942, τ. Α΄, Κέδρος, Αθήνα 1979 (12η έκδ.), σ. 163-166 & 171]
(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου,
μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της,
βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών — των απερ-
γών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Η έκθεση της documenta 14 , 8/4/2017 έως 16/7/2017



Η έκθεση της documenta 14 εγκαινιάζεται στην Αθήνα στις 8 Απριλίου. Στην πόλη της Αθήνας και  σε περισσότερα από 40 διαφορετικά δημόσια ιδρύματα, σε πλατείες, κινηματογράφους, πανεπιστημιακούς χώρους και βιβλιοθήκες, περισσότεροι από 160 καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο παρουσιάζουν τα νέα έργα τους για την documenta 14.
«Περισσότερες από 5.000 προσωπικότητες της τέχνης, όπως διευθυντές μουσείων και συλλέκτες, έχουν έως τώρα επιβεβαιώσει τη συμμετοχή τους στην κορυφαία διοργάνωση, μεταξύ των οποίων και 1.400 δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο» τόνισε στην εισήγησή του ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, επισημαίνοντας ότι «η Αθήνα βρίσκεται στο επίκεντρο του πολιτιστικού ενδιαφέροντος και μεγάλα διεθνή έντυπα, όπως η Guardian και οι New York Times, φιλοξενούν και αναδεικνύουν την Αθήνα ως δυναμικό πόλο σύγχρονου πολιτισμού προτρέποντας τους αναγνώστες τους να την επισκεφθούν».

Ακολούθως θα πάρει σκυτάλη το Κάσελ, η γερμανική πόλη που για πρώτη φορά από το 1959, μοιράζεται τη φιλοξενία της κορυφαίας διεθνούς έκθεσης Σύγχρονης Τέχνης με μια δεύτερη πόλη, την Αθήνα.


 Το πρόγραμμα της documenta 14 στην Αθήνα ξεκινά, με τα επίσημα εγκαίνια στις 8 Απριλίου, της έκθεσης στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Στάινμάγερ, μετά από πρόσκληση του προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου.

Από τις εκδηλώσεις του Σαββατοκύριακου ενδεικτικά αναφέρουμε τη συναυλία «Συμφωνία των Θρήνων» του Χένρυκ Γκουρέτσκι, στο Μέγαρο Μουσικής, στις 8 Απριλίου, που ερμηνεύει η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ), καθώς και μέλη της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Εκπατρισμένων Σύρων, υπό την διεύθυνση του Ντανιέλ Ράισκιν. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί στην πρωτοβουλία «Ροζ Κουτί» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, για παιδιά προσφύγων, καθώς και στα προγράμματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, για πρόσφυγες εντός και εκτός Ελλάδας.

Την Κυριακή 9 Απριλίου αναμένεται η πολυσυζητημένη έφιππη πομπή «Αθήνα -Κάσσελ» με αφετηρία τον πεζόδρομο της Αρεοπαγίτου (ώρα 12μ.μ.) αλλά και η περφόρμανς της Μαίρης Ζυγούρη στο Μνημείο «Μάντρα Μπλόκου Κοκκινιάς» (Νίκαια ώρα 17.00).

κλικ εδώ

Αρχειοθήκη ιστολογίου